Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

Η Κίρκη, τα γουρούνια κι΄ ο μαγικός ο Ξίφος


Όταν την είδαν σάστισαν.   Πρώτα τα στήθια κοίταξαν πού 'ταν αγαλματένια. Κατόπιν τα σκέλια τα μισάνοιχτα, τα μυητικά,  Μερικοί ... ίσως να 'δαν και τα μάτια της που ήταν θεϊκά.
Μα προπαντός μαστόρισσα. Ήξερε κόλπα ζόρικα που κάνουν στις ιντίες. Μ΄ ένα της βλέμμα ίδρωσαν Με μιαν αδιόρατη των ματιών υπόσχεση, έλιωσαν. Κι΄ όταν τους κάλεσε στην υγρή εστία για να τους μυήσει στα βάθη των ενστίκτων, μαγεύτηκαν τα ξίφη  τους κι΄ υγράνθηκε η γαία. Και της ανάγκης γίναν είλωτες. Τα γουρούνια.
Έτσι, του Οδυσσέα οι γενναίοι σύντροφοι, οι πεινασμένοι για γυναίκα ναυτικοί, κυλίστηκαν στις λάσπες, και γουρούνιασαν.  Μαγεμένοι και αχόρταγοι, δέσμιοι των ξιφών τους, στρογγυλοκαθισμένοι σε λάσπες ιδρώτα και υγρών, οι αυνάνες του αιδοίου, ... τον χάσανε το στόχο. 
Πάει το νόστιμον ήμαρ, πάει κ η Ιθάκη. ... τα γουρούνια.
Και την Κίρκη την είπαν μάγισσα.
Κι΄ ο Τσιτσάνης την είπε αρχόντισσα κι΄ αχάριστη.
Και ζήσανε αυτοί καλά σε νύχτες μαγικές και μεις σε ονειρεμένες.

Μιαν άλλη φορά θα σας πω ποιος είναι ο μαγικός ο Ξίφος και ποια τα μαγεμένα ξίφη. Με ποιον τρόπο έσωσε ο πολυμήχανος τζαναμπέτης ο Οδυσσέας τα γουρούνια και  πως τα ξέχασεν η μάγισσα και ξαναγίναν άνθρωποι π' ανάθεμά τους. Θα σας πω επίσης ότι κι΄ ο πολύτροπος έγινε προσωρινά γουρούνι μα είλωτας δεν έγινε.  Και έβαλε την μάγισσα να προσκυνήσει τον μαγικόν του Ξίφο, δείχνοντάς της ποιος είναι ο αληθής αφέντης του μαγικού Αυλού ή όπως αλλιώς θέλετε να τον πείτε..., Και μαγεύτηκεν η μάγισσα κι΄ έγινε γουρούνα και δούλα, ξεχνώντας πως κάποτες ήτανε αρχόντισσα.   Μα αυτά μιαν άλλη φορά θα σας τα διηγηθώ, σε άλλο παραμύθι, ... για την ώρα σας αφήνω ν΄ ακούσω λίγον Μότσαρτ.....
Μα να θυμάστε μόνο αυτό.   Αλίμονο στον άνθρωπο, άντρα ή γυναίκα, που χει τον Αυλόν του,  ή όπως αλλιώς θέλετε να το πείτε,  μαγεμένο και όχι μαγικό. 

Κυριακή 6 Μαΐου 2012

Παραμύθι δίχως ξωτικά και δράκους

Μια φορά κι΄έναν καιρό, τότε που υπήρχαν ακόμα λουλούδια, υπήρχε και το ουράνιο τόξο. Και κουβαλούσε πάνω του τόσα χρώματα όσα ακριβώς χρειάζονταν όλου του κόσμου την ομορφιά να χρωματίσουν. Και στην άλλη άκρη του ουράνιου του τόξου, εκεί που βυθίζονταν οι ρίζες της ωραιότητάς του, ζούσε ένας ισχυρός δράκος παρέα μ΄ ένα σοφό ξωτικό.
Και ψήλωνε το γεμάτο χρώματα ουράνιο σχήμα στα ουράνια, μα οι ρίζες του απλώνονταν, άλλοτε στα βάθη της γης, κι΄ άλλοτε στ΄ ωκεανού τα βάθη. Κι΄ όσο πιο γερές ήταν οι ρίζες, τόσο πιο σοφό γινόταν το ξωτικό, πιο ισχυρός ο δράκος και πιο θαυμαστό το κάλος τ' ουράνιου του τόξου.
Και καμιά φορά, έτσι για να περνούν τους αιώνες τους, το ξωτικό κι΄ ο δράκος άφηναν τις ρίζες τους και σκαρφάλωναν στ΄ ουρανού τα χρώματα.
Και στις αναρριχήσεις τους αυτές, δίδαξαν πολλά μα τίποτα δεν μάθαν οι ανθρώποι.
Εκτός από ένα. Να θαυμάζουνε το κάλος δίχως τις ρίζες του να σκύψουν να κοιτάξουν.
Κι΄ είδαν ανθρώπους να σκοτώνονται, ανθρώπους ν΄ αγαπιούνται κι΄ ανθρώπους να πεθαίνουνε κι΄ ολόιδιοι, να ξαναγεννιούνται. Είδαν ανθρώπους να πιστεύουνε και είδαν πιστούς που σκότωναν απίστους. Είδαν μανάδες να θηλάζουν τα παιδιά τους, κι΄ είδαν τα παιδιά των μανάδων να κάνουνε πολέμους. Και είδαν σταυροφόρους που γίναν τραπεζίτες. Κι είδαν ολονυχτίες αγάπης και τελετές μίσους.
Και ταξίδεψαν στον μέλλον κι΄ είδαν μηχανές φτιαγμένες από ανθρώπους και τους ανθρώπους να τις προσκυνούν. Κι΄ είδαν καπνούς να παλεύουν με τα σύννεφα και τα σύννεφα να φεύγουν φοβισμένα.
Και είδαν το τέλος να ΄ρχεται...
Και ήρθε μια μέρα που ο ισχυρός ο δράκος και το σοφό το ξωτικό, είδαν τις ρίζες τ΄ ουράνιου του τόξου να συρρικνώνονται.
Και στην άλλη άκρη τ΄ ουράνιου του τόξου, εκεί που τα χρώματα γεννήτορες χρωμάτων, άπλωναν τις ρίζες τους δε χωρούσε ούτε δράκος ισχυρός μήτε ξωτικό σοφό.
Γι΄ αυτό το λόγο φύγανε και πήγαν να ζήσουν στη φαντασία των παιδιών. Μόνον εκεί χωρούσαν.
Έτσι, το ουράνιο το τόξο, έχασε τις ρίζες του και έμεινε δίχως σοφία και ισχύ. Και σύντομα θα χάσει και το κάλος του...
Και κανείς δε θα νοιάζεται πια για κείνο το γκρίζο σχήμα που απλώνεται στον ουρανό....
Ούτε για τα γκρίζα τα λουλούδια....

Σάββατο 28 Απριλίου 2012

Παραμύθι δίχως τρίχες.


Κάποτε, στη μέση ενός σκοτεινού δάσους, υπήρχε ένας σοφός άνθρωπος που ποτέ του δεν είχε κόψει ούτε μια τρίχα απ΄ τα μαλλιά και τα πυκνά του γένια.
Και κανείς δεν θέλησε να τον ξανα-συναντήσει γιατί, πιστέψαν κάποιοι, πως την αλήθεια γνώριζε και την αλήθεια έλεγε.

Και η αλήθεια είναι αλλόκοτη, κι΄ εχθρική, για τις ανθρώπινες αισθήσεις. Κι είναι τόσο αλλόκοτη, που οι άνθρωποι όλο και απομακρύνονται απ΄ τις άκρες του δάσους. Και όλο μεγαλώνει το δάσος που στο κέντρο του κρύβει τον άνθρωπο που έγινε μύθος γιατί ίσως κατέχει την αλήθεια.

Και γιγαντώθηκε ο μύθος, κι΄ έγινε σαν το δάσος που τον κρύβει. Κι΄ ίσως,  η αλήθεια στο κέντρο του δάσους και στο κέντρο του μύθου που είναι ανεξερεύνητος σα δάσος, να κρύβεται.

Και οι ευσεβείς ποτέ δεν τόλμησαν, και οι διανοούμενοι ποτέ δεν κατάφεραν, στο κέντρο να φτάσουνε του μύθου γιατί στο δάσος χάνονταν.

Όμως μια μέρα, ένας ανόητος άνθρωπος, να διασχίσει το δάσος και να φωτογραφίσει την αλήθεια, θέλησε. Κι΄ όταν μετά από χρόνια περιπλάνησης στη μέση έφτασε του δάσους, είδε και φωτογράφησε, ... μια μάζα από τρίχες.   
Και σοφός καθώς κατάφερε να γίνει, γύρισε στον κόσμο του, τους άλλους να διδάξει...

Και ίσως να επέζησε η αλήθεια στα βάθη ενός ανθρώπου, που έζησε στα βάθη ενός δάσους. Και ίσως να ζουν οι άνθρωποι γύρω της, και μακριά απ΄ αυτόν που ίσως την κατέχει.
Μα θέριεψε ο μύθος της  ανάμεσα σε ανθρώπους, ανατυπωμένος σε χιλιάδες κακέκτυπα μιας φωτογραφίας.

Κι΄ όλοι οι διανοούμενοι, άντρες γυναίκες, καλλιεργούν τις γενειάδες τους, σίγουροι πως το κλειδί του μύθου, στις τρίχες βρίσκεται... 

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Παραμύθι δίχως τετελεσμένο μέλλοντα.


Ήτανε κάποτε μια μάσκα σοβαρή κι΄ αγέλαστη που κάποιοι την φορέσανε και πίσω της κρυφτήκαν. Κ΄ άλλοι τη φόρεσαν σε χώρους εργασίας, άλλοι σε χώρους λειτουργίας, και άλλοι έτσι γενικώς, ... χάριν της σοβαρότητάς της.
Κι ήτανε αρυτίδωτη, άτεγκτη και αδιάφθορη, η μάσκα. Κι΄ έκανε καριέρα σε χρηματιστήρια, σε κοινοβούλια και σε συμπόσια σεβάσμιων γερόντων του κόσμου όλου.

Κι είναι κραταιές κι΄ ανάλγητες οι μάσκες που φοράμε. Περνούν τα χρόνια κι΄ ούτε μια ρυτίδα δεν κατάφερε να μας τις τσαλακώσει... Και τώρα, όλοι θέλουν να φορούν τις καθώς πρέπει μάσκες. Κι είναι φτυστές, ολόιδιες, κι΄ όλοι ζητάνε μία....

Και θα περάσουν χρόνια και καιροί, κι αμέτρητες μάσκες θα φτιαχτούνε. Και θα ξεχάσουνε οι άνθρωποι, τη μάσκα τους να βγάζουν. Ακόμα κι΄ όταν βρίσκονται αυτοί κι΄ ο εαυτός τους.

Και ο τετελεσμένος μέλλον έρχεται. Και θα φτάσει η μέρα που η μάσκα ένα θα έχει γίνει με το πρόσωπό μας. Και θα έχει βγάλει ρίζες.

Και ενώ συντελεσμένα μοιάζουνε τα πράγματα, υποθέτουν κάποιοι ρέμπελοι πως η ανθρώπινη ψυχή σε μάσκα θα είχε μεταμορφωθεί, αν ..... Και θα είχαν περάσει λίγοι μόλις αιώνες και θ΄ άρχιζαν να γεννιούνται παιδιά με πρόσωπα μάσκες, αν.... Και θα τη φορούσαν απ΄ την κοιλιά της μάνας τους, αν ....

...αν δεν υπήρχε ο μύθος για το τέρας που συντόμως, κάποτε, θα γεννηθεί δίχως τη μάσκα να φοράει. Και θα αποκτήσει απογόνους. Και οι πιο καθαροί απ΄ τους απογόνους του, με τις ρυτίδες του προσώπου τους θα είναι ευτυχισμένοι. Και στην αρχή της μάσκας δε θα υποκύψουν. Και κάποτε τα ρυτιδιασμένα τέρατα, τις μάσκες όλου του κόσμου, να κάψουν θα θελήσουν. Μα αν οι μάσκες είναι ενσωματωμένες στους νομοταγείς, και τις κάψουνε οι ρέμπελοι, τότε μαζί τους η φυλή της μάσκας όλη, στάχτη θα γίνει και αυτή...

...κι ο τετελεσμένος μέλλοντας θέση δε θα χει σ΄ αυτό το παραμύθι ...

αφιερωμένο στους πολιτικούς μας, ιδιώς σ΄ αυτούς, των δύο κομμάτων που θέλουν εξουσία, αρλεκίνους...

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

Παραμύθι δίχως τείχη


Κι΄ έφτασε η μέρα, οι εχθροί, που γκρέμισαν τα τείχη και μεσ΄ την πόλη μπήκαν.
Μα οι κάτοικοι της πόλης, σε σπίτια μέσα κλείστηκαν και τους και τους εχθρούς αφήσαν έξω.
Κι΄ ούτε μια πόρτα στους εχθρούς δεν άνοιξε.

Κι΄έφτασε η ώρα, οι εχθροί, που έσπασαν τις πόρτες και μεσ΄ τα σπίτια μπήκαν.
Μα οι κάτοικοι της πόλης στις ψυχές τους μέσα κλείστηκαν και τους εχθρούς αφήσαν έξω.
Κι΄ ούτε μια ψυχή δεν άνοιξε την πόρτα τον εχθρό.

Και μείναν μόνοι οι εχθροί, σε δρόμους και σε σπίτια, κι΄ αδίκως προσπαθούσανε, πόλη να κατακτήσουν.

Κι΄ ήρθ΄ η στιγμή που λύγισανκαι από την πόλη φύγαν... Οι εχθροί.

Και σαν απομακρύνθηκαν, ανοίξαν οι ψυχές.  Κι΄ αφήσαν πόρτες ανοιχτές, η μία για την άλλη.

Και τείχη δεν ξανάχτισαν. Και πόρτες δεν ορθώσαν.

Οι πόλεις οι απόρθητες, πέτρινα τείχη, πόρτες ξύλινες, ... δεν έχουνε ανάγκη!

Κυριακή 15 Απριλίου 2012

Παραμύθι δίχως τελειωμό

Ήτανε κάποτε ένα δάκρυ που είχε γεννηθεί και ξανά-γεννηθεί αμέτρητες φορές σε μάτια παιδικά, σ΄ όλα του κόσμου τα μέρη, ... εκεί που φυτρώνουν άνθρωποι. Μα δεν ήταν ένα συνηθισμένο δάκρυ. Aπό πείσμα, από πείνα ή άλλη στέρηση, δεν ήταν γεννημένο.

Κι ήταν στ΄ αλήθεια ιδιαίτερο, γιατί ήταν από κείνα που πάντοτε, δίχως σπατάλη, δίχως ελπίδα γυρισμού, ... τρέχουν τελευταία.

Και σαν κυλούσε, τα παιδικά τα μάτια στέρευαν.
Γιατί ήταν τόσο καυτό που στο διάβα του έκαιγε τις αισθήσεις. Και αδειάζαν και γερνούσαν ξαφνικά ... τα παιδικά τα μάτια.
Γιατί το δάκρυ ήτανε, του χωρισμού το δάκρυ. Άλλοτε του ζωντανού κι΄ άλλοτε του αιώνιου, εκείνου που 'ναι των θνητών κληρονομιά.
Και στα μάτια τα παιδικά ο χωρισμός, ο κάθε χωρισμός, έχει μιαν ακόμα διάσταση. Μια διάσταση που τη θαμπώνει ένα και μόνο δάκρυ. Το πιο πικρό απ΄ όλα.

Κι΄ έφτασε η ώρα που το δάκρυ το πικρό κουράστηκε. Και ξάφνου επιθύμησε, μάτια να μη νοτίζει.
Κι΄ έγινε ατμός.
Και κρύφτηκε στα σύννεφα.

Μα ήτανε η μοίρα του αυτή, σε μάτια να κυλάει.
Σε μάτια παιδικά ...

Έτσι, δεν πέρασε λεπτό και τα σύννεφα συνάντησαν μια πράξη άτιμη. Μια πράξη απ΄ αυτές που συνηθίζονται, στη θεατρική των ανθρώπων τη σκηνή.

Και δάκρυσε το σύννεφο...

... και το τελευταίο του το δάκρυ, το πιο πικρό απ΄ όλα, νότισε τα μάτια ενός παιδιού. Ενός παιδιού που τόσο πόνεσε, ώστε να δακρύσουν τα σύννεφα.

Και σκούπισε το παιδί των σύννεφων το δάκρυ που για δικό του λόγιασε.
Κι΄ έφυγε απ΄ την αγκαλιά της σκοτωμένης απ΄ τις σφαίρες μάνας ...
Κι΄ από τότε το παιδί δε ξαναδάκρυσε.
Και ξάφνου εμεγάλωσε για να ζωστεί της εκδίκησης τα όπλα.

Έτσι, το δάκρυ που είχε αιώνια καταδικαστεί νάναι τελευταίο και πιο πικρό απ΄ όλα, έγινε ατμός και ξανάγινε δάκρυ και ξανάγινε ατμός...

... μέχρι να ξανατρέξει στα μάτια ενός άλλου παιδιού που η μάνα του θα είχε σκοτωθεί απ΄ τις σφαίρες του παιδιού που είχε κλάψει κάποτε, το τελευταίο της ζωής του δάκρυ.

Και θα κυλά αιώνια στα μάτια των παιδιών που κάποτε, αν προλάβουν, θα μεγαλώσουν ...

... μέχρι, άνποτε, τα όπλα και τους νόμους, νικήσει η ανθρωπιά....

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Παραμύθι δίχως ΕΜΕΙΣ.

Κάπου κάπως κάποτε, οι άνθρωποι ήταν αθάνατοι. Γεννούσαν μα δεν πέθαιναν. 
Κι ήρθε η ώρα που στην πλάση τους, άλλοι ανθρώποι δε χωρούσαν. 
Και ζούσανε ο ένας στον άλλο πάνω και το φως του ήλιου έκρυβαν,
... οι άνθρωποι απ΄ τους ανθρώπους.


Και ζούσαν στα σκοτάδια μέχρι,
... που σκότωσαν οι προπαππούδες τα δισέγγονα των τρισεγγόνων τους, μα χώρο και φως για τα εγγόνια τους δεν εξασφάλισαν.
Και ζούσαν στα σκοτάδια μέχρι,
... που σκότωσαν τα τρισέγγονα τους παππούδες των προπαππούδων τους, μα ούτε κι΄ αυτά κατάφεραν μια θέση ηλιόλουστη στους πατεράδες των εγγονιών τους να εξασφαλίσουν.

Γιατί ακόμα και οι σκοτωμένοι ήταν αθάνατοι.
Και το φως του ήλιου έκρυβαν ο ένας απ΄ τον άλλον.

Κι ήρθε η ώρα που κάποιος σοφός λογάριασε, πως το πρόβλημα δεν ήταν θέμα χώρου. Θέμα αθανασίας ήτανε.
Και παρακάλεσε θεούς, ... θνητούς να κάνουν τους ανθρώπους.
Όμως θεοί δεν υπήρχαν.
Και ζήσαν οι αθάνατοι αυξανόμενοι και πληθυνόμενοι.
Στα σκοτάδια!

Και κανείς τους δεν θέλησε να παραδεχτεί τη μία λύση, τη μοναδική.
Κανείς τους δε λογάριασε, από τ΄ ατίθασα ΕΓΩ, ένα ΕΜΕΙΣ να φτιάξει.

Και ζήσαν την αθανασία τους στα σκότη, προσμένοντας μιαν ένωση, μια κάποια αλχημεία....
Τα ΕΓΩ.

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Παραμύθι δίχως κείμενο


Ήταν κάποτε ένας παραμυθάς που παραμύθια έγραφε σε χαρτί κιτρινισμένο, χρησιμοποιώντας γραφίδα, μελάνι και μια καρδιά που ξεχείλιζε αγάπη.
Και κάποτε που γραφίδες δεν υπήρχαν στον κόσμο όλο, βούτηξε στο μελάνι μια πέτρα μυτερή και χάραξε τις λέξεις που φτιάξανε προτάσεις, που γίνανε ιδέες που χτίσαν παραμύθια.
Και μιαν άλλη φορά που το μελάνι στέρεψε σ΄ολόκληρο τον κόσμο, έφτιαξε πορφύρα από ρίζες και βούτηξε την πέτρα του παραμύθια για να χαράξει.
Και όταν τα χαρτιά του κόσμου όλου τέλειωσαν, σκάλισε παραμύθια πάνω σε βράχους.
Κι΄ όταν οι βράχοι όλοι γίναν άμμος, είπε παραμύθια στον άνεμο, κι΄ εκείνος στα δέντρα, που τα ΄παν στα χελιδόνια και κείνα, σ΄ όλα του κόσμου τα μικρά, και σε μερικά από τα μεγάλα, παιδιά.
Μα έφτασε η μέρα που τη καρδιάς η αγάπη εξατμίστηκε. Κι΄ ούτε μια στάλα αγάπης δεν ύπήρχε σ΄ ολόκληρο τον κόσμο.
Κι΄ από τότε τα χαρτιά μένουν άγραφα, οι βράχοι ασκάλιστοι και ο άνεμος σωπαίνει.

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Παραμύθι δίχως λύτρωση


Ήταν κάποτε ένα μαγικό κάδρο φτιαγμένο από φτηνά καυσόξυλα γιατί μόνο τα καυσόξυλα μπορούσαν τις φλόγες της ψυχής του να αντέξουν. Και, ποτέ του δεν αξιώθηκε κάποιο πίνακα ή έστω ένα θαμπωμένο απ΄τα χρόνια καθρέφτη να φιλοξενήσει. Και καθώς κανείς τα φτηνά του δεν εκτίμησε υλικά, βρέθηκε κάποτε στα χέρια ενός ρακοσυλλέκτη που το πόνεσε και το περιέθαλψε. Και το ΄βαλε στην κορυφή της στοίβας των εγκαταλελειμμένων αντικειμένων που αγαπούσε περισσότερο. Μα έτυχε εκεί δίπλα, να θρονιάζεται και η φωτογραφία μιας πεντάμορφης κοπέλας. Και σαν την αντίκρισε, την ερωτεύτηκε. Όμως εκείνη παρέμεινε παγερά αδιάφορη. Μόνο κοιτούσε ένα φανταστικό φωτογραφικό φακό, την αντανάκλαση του εαυτού της να θαυμάσει. Κι ούτε μια ματιά της δε του χάρισε ποτέ, γιατί τα μάτια της ήταν γεμάτα θαυμασμό. Θαυμασμό για τη λάμψη της δικής της ύπαρξης.
Και πέρασαν τα χρόνια και κουράστηκε ο ρακοσυλλέκτης να περιπλανιέται. Οι δυνάμεις του εξαντλήθηκαν και δε μπορούσε πια τ΄ ανεπιθύμητα να περιθάλπει αντί-κείμενα. Κι΄ αποφάσισε ν΄ ασχοληθεί με όσα απ΄αυτά, στο φτωχικό του το δωμάτιο ήταν ήδη κείμενα. Και τα περιποιήθηκε, και τα φρόντισε.

Και πέρασαν κι΄ άλλα χρόνια και το κάδρο εξακολουθούσε να ναι ερωτευμένο με την αδιάφορη φωτογραφία. Και ο ρακοσυλλέκτης γινόταν κάθε μέρα πιο γέρος, πιο έμπειρος και πιο σοφός. Κι΄ ήρθε η μέρα που ένιωσε τα κείμενα στο χώρο του αντικείμενα, να ναι βάρος. Και κατάλαβε πως ήταν αντί-κείμενα στο ταξίδι που τώρα πια του έπρεπε.
Και έδιωχνε μία μία τις δεκάδες άγκυρες που κάποτε είχε με φροντίδα συλλέξει. Και πλούτιζαν οι συλλογές άλλων ρακοσυλλεκτών, και ταξίδευε η όψιμη σοφία του.

Κρίμα!”, ...  σκεφτόταν το κάδρο φοβούμενο πως σύντομα θα έχανε την αγαπημένη του.
Επιτέλους ελευθερώνεται ο χώρος. Έτσι θα μπορώ τον καθρέφτη του φακού μου να θαυμάσω, δίχως περιττές φιγούρες πλάι μου!”, ... σκεφτόταν η φωτογραφία.
Και πέρασαν στιγμές ζωής, κι ο ρακοσυλλέκτης, σεβάσμιος γέροντας πλέον, είχε απαλλαγεί από όλες σχεδόν τις άγκυρες των αντικειμένων της ύπαρξής του. Και ταξίδευε και έκλαιγε τον πόνο του κόσμου όλου...
Μόνο ένα μαγικό κάδρο και μια άκαρδη φωτογραφία είχαν ξεμείνει απ΄ τα δεσμά της ενσώματης ζωής του.  Μόνο αυτά κουβαλούσε στην πλάτη του...

Και ένα βράδυ, λίγο πριν χάσει εντελώς την όρασή του, λίγες στιγμές πριν αρχίσει με τα μάτια του νου του να βλέπει, σκέφτηκε να χαρίσει τη φωτογραφία στο κάδρο. Κι είδε με έκπληξη το κάδρο να συρρικνώνεται για ν΄ αγκαλιάσει τη φωτογραφία που ταίρι του την ήθελε για πάντα. Κι ήταν για πρώτη του φορά, το αντί-κείμενο κάδρο, ευτυχισμένο.
Μα η φωτογραφία δεν είχε την ίδια γνώμη. “Με φυλάκισε ο παλιόγερος σε μια φυλακή από φτηνό καυσόξυλο. Ο φωτογραφικός φακός που με καθρεφτίζει πρέπει τώρα να χωρέσει εκτός από μένα και ξένα σώματα. Ένα σωρό καυσόξυλα. Δείτε πως μίκρυνε το πρόσωπό μου για να μας χωρέσει όλους ο φακός!” .... διαμαρτυρόταν η φωτογραφία. Και καθόλου δεν την ένοιαζε που την άκουγε το κάδρο, καθόλου δεν την ένοιαζε η φωτιά που του έκαιγε τα σωθικά....

Κι ο σεβάσμιος ο γέροντας, ο ρακοσυλλέκτης που από χρόνια είχε πετάξει τις άγκυρες των αντί-κειμένων, δάκρυσε για τελευταία φορά. Έγινε ένα με το κάδρο κι΄ ένιωσε την πίκρα του κόσμου όλου. Έγινε ένα με τη φωτογραφία κι΄ ένιωσε την απουσία του κόσμου όλου. Και τα τελευταία αλμυρά του δάκρυα δρόσισαν το καιόμενο καυσόξυλο μέχρι που τα μάτια του άδειασαν. 
“Αχ και να μπορούσα να της χαρίσω μια καρδιά για να πονάει!”

Και το μαγικό το κάδρο την επιθυμία του γέροντα, πράξη έκανε με μιας. Και στην φωτογραφία χάρισε καρδιά. Την πρώτη που βρέθηκε μπροστά του. Κι ήταν μια μεγάλη ζεστή καρδιά, έτοιμη ν αγαπήσει και ν' αγαπηθεί.  Γιατί τέτοια ήταν η φύση του καυσόξυλου... τις επιθυμίες που ποτίζουν δάκρυα, πράξη να τις κάνει.

Κι΄ από τότε η φωτογραφία κλαίει. Κλαίει για όλους και σηκώνει αμαρτίες ξένες.

Κι΄ άδικα προσμένει το κάδρο μια νέα εντολή του σεβάσμιου του γέροντα, την αγαπημένη του για να λυτρώσει. Ο γέροντας έχει από χρόνια πεθάνει. Μόνο η καρδιά του ζει ακόμα. Κι΄ είναι μέσα σε μια φωτογραφία που την περιβάλει ένα μαγικό κάδρο. Κι΄ είναι μέσα στο κάδρο που έγινε ένα με τη φωτογραφία. 
Κι΄ είναι όλα ένας σωρός καυσόξυλα. 
Ετερόμορφα!

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

Παραμύθι δίχως έλεος

Ήταν κάποτε ένα παραμύθι που, τους ήρωές του, ποτέ του δε λυπήθηκε. Όσους δε σκότωσε με κώνειο, όσους δε φυλάκισε σε ξερονήσια όσους δεν εξοστράκισε και όσους δε ξευτέλισε, τους άφησε να ζουν στη μιζέρια για να σκαρφίζονται παροιμίες σα και κείνη που λέει “ουδείς προφήτης στον τόπο του”.

Και το παραμύθι αυτό Ελλάδα τ΄ ονόμασαν και τους δυστυχείς του ήρωες Έλληνες τους είπαν.

Και φύγαν οι ήρωες για άλλα παραμύθια και νιώσανε σπουδαίοι μεταξύ αλλοφύλων μα μόνοι. Κι΄ όπου κι αν βρεθήκαν, η Ελλάδα τους πλήγωνε.

Και σαν ερχότανε η ώρα οι ήρωες για να πεθάνουν, μια μεγάλη φωτιά τους έκαιγε τα σωθικά.

Εκείνη η δίχως έλεος Ελλάδα, η ανάλγητη, η αγαπημένη ...

Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

Παραμύθι δίχως μέτρο


Ήταν κάπου κάποτε ένας ποιητής που στίχους δίχως μέτρο έγραφε. Και το μέτρο έψαχνε να βρει μα μέτρο δεν υπήρχε σ΄ ολόκληρη την οικουμένη. Και συνέχισε να γράφει και να περιπλανάται δίχως μέτρο, το μέτρο ψάχνοντας για να βρει. Και συνάντησε λόγιους βατράχους και άλλους ποιητάδες μα κανείς το μέτρο δεν κατείχε γιατί το μέτρο είχε χαθεί. Και συνάντησε σοφούς ανθρώπους, παρα-μορφωμένους, που μέτρο δε διδάχτηκαν ποτέ. Και παρακάλεσε γέροντες σεβάσμιους μα κανείς τους ούτε μία για το μέτρο δεν του εμπιστεύθηκε λεξούλα. Μα βρήκε μια περγαμηνή αρχαία, ένα σύγγραμα επιστημονικό, που βεβαίωνε πως το μέτρο το είχε για πάντα φυλακίσει η λησμονιά. Και θεματοφύλακα τον κέρβερο, με τα φοβερά τα δόντια και την ψυχή την παγερή, είχε ορίσει. 

Κι όμως! 
 Δίπλα στον δίχως μέτρο ποιητή, μια πεταλούδα, με το ανεπαίσθητο φτερών της θρόισμα, στίχους με μέτρο τραγουδούσε. Κι΄ ήταν ένα λυπητερό τραγούδι που έκλαιγε το θάνατο μιας κάμπιας.
Κι ας νόμιζε ο δίχως μέτρο άνθρωπος ότι, σ΄ ολάκερη την πλάση, μέτρο δεν υπήρχε.
Ας είχε αφτιά, το μοιρολόι της πεταλούδας, για ν΄ ακούσει.... ας είχε μάτια, το παραδομένο στα χάδια του αγέρα στάχυ, για να δει,.... ας είχε καρδιά, τους ανθρώπους, ν΄ αγαπήσει!

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Παραμύθι δίχως παύση.


Μια φορά κ΄ έναν καιρό ήταν ένας “ελέω θεού” ξεδιάντροπος άνθρωπος που όσους γνώριζε τους είχε με κάποιο τρόπο αδικήσει κι όσους δε γνώριζε θα τους κακομεταχειριζόταν αργότερα. Του άρεσε να κατηγορεί δίχως αιτία και να επαινεί μόνον σαν είχε κέρδος. Φίλους δεν είχε μα είχε οπαδούς. Και φίλο κανέναν δε λογούσε μόνο στη δούλεψή του, με φιλική συμμετοχή κι΄ όχι ανταμοιβής ένεκεν, τους ήθελε όλους. Κι΄ υποσχόταν όσα δε σκόπευε να πράξει κι΄ έπραττε μόνο εκείνα που κέρδος του υπόσχονταν. Και τους εχθρούς σκοτώναν οι δικοί του και τους δικούς του σκότωνε ο ίδιος.
Κι΄ όπως ήταν φυσικό, ο άνθρωπος αυτός μια λαμπρή, μια βασιλική και μία ιερατική, αξιώθηκε καριέρα. Και κάποιοι τον είπαν μέγα, και άλλοι σεβάσμιο τον αποκάλεσαν και σαν κραταιό τον λάτρεψαν όσοι τον φοβήθηκαν και ...
και πέρασαν τα χρόνια και κάποιοι αντέγραψαν τα κόλπα του τόσο καλά ώστε καριέρες λαμπρές ν΄ αξιωθούν του λόγου τους. Κι΄ αφού δικοί του δεν ήταν απευθείας γόνοι, την ελέω θεού εξουσία αμφισβήτησαν, την απαξίωσαν, ... τον κρέμασαν ... και τον αντικατέστησαν.
Έτσι, ... η ελέω θεού εξουσία πήγε καλιά της ενώ η ελέω αγνοίας θέριεψε.
Έκτοτε, οι άρχοντες προεδρεύουν σε κοινοβούλια, ενώσεις, συνεταιρισμούς, και ηγούνται σε αδελφότητες και τάγματα, διψασμένοι για δύναμη, ώστε τους ομοίους τους ν΄ αντιπαλεύονται και των υποτακτικών τους να τρυγούν τους κόπους ...
Και στους στρατιώτες τους, που πια τους λένε ψηφοφόρους, ψίχουλα μοιράζουν κι΄ υποσχέσεις, αφειδώς ... μέχρι συνένοχοι να νιώσουν, μέχρι στα σκατά να κυλιστούν.
Και ζει η κάστα των “δίχως αιδώ” καλά, δίχως του θεού το έλεος ανάγκη να 'χει, γιατί τώρα πλέον έχει την ψήφο και την άγνοια των πολλών που νομοταγείς αποκαλούνται και καλά δε ζούνε ...

... μα φτάνει εκείν' η μέρα που θάρθει ανάποδα ο ντουνιάς και οι ελέω άγνοιας μπροστάρηδες θα λάβουν ότι τους αξίζει ...
... μια κρεμάλα στο κέντρο μιας πλατείας για να περνούν οι πολλοί που καλά δε ζούσαν, να τους θαυμάζουν και να τους φτύνουν με τα ίδια σάλια που τους έγλειφαν!
Κι΄ ο πάνσοφος ο Σίσυφος, ο κουρασμένος Τάνταλος κι΄ ο πονεμένος Προμηθέας, θα συνεχίσουν να αμφισβητούν την εξουσία, ... και να ξαναρχίζουν απ΄ την αρχή...
Και θα ζήσουμε εμείς καλά μέχρι να γεννηθεί ανάγκη για νέες κρεμάλες και κείνοι ακόμα καλύτερα μα καταδικασμένοι κάποτε να κρεμαστούν μέχρι ... μέχρι ο λαός να πάρει πίσω τους ασκούς της μόρφωσης και της παιδείας που του έχουν κλέψει και ανάγκη να μην τους έχει πλέον!

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Παραμύθι δίχως αιτία


... και σαν τον ρώταγε, όπως φαινόταν άλλωστε αναμενόμενο, που ξόδεψε το χρόνο του, εκείνος ξεστόμιζε κάποιο φτηνό παραμύθι από κείνα που όλοι λένε και κανείς, ούτε οι ίδιοι οι όλοι, δεν πιστεύουν.
Και γνώριζε καλά που είχε τον χρόνο του ξοδέψει και την πόναγε μα δεν την ένοιαζε διόλου. Μήπως και η ίδια κάπως έτσι δε χαράμιζε το δικό της;
Μα η αμηχανία του, διασκέδαζε τη δική της αμηχανία και η προθυμία του να πει ένα κάποιο παραμύθι γλύκαινε κάπως τις τύψεις που ίδια ένιωθε και για τους δυο τους ...
Ε ναι λοιπόν! Αυτή η έλλειψη ταλέντου στο να λέει παραμύθια κι΄ αυτή του η εμμονή να τα λέει δίχως να ζητά αντίδωρο, πολύ την διασκέδαζε...
Κι ήταν η ερώτησή της ένα παραμύθι κι΄ αυτή. Ένα παραμύθι δίχως αιτία ...

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Παραμύθι δίχως ξύπνημα


Κάπου κάπως κάποτε, μια καλή γιαγιά δεν ήθελε τα εγγόνια της με παραμύθια να κοιμίζει. Και τα παραμύθια της δράκους δεν είχαν, μήτε λύκους μαύρους και κακούς, μόνο μιλούσαν για τους ανθρώπους και για την αγάπη και για την ισότητα και για την ελευθερία ...  και τα εγγόνια μέναν ξύπνια.
Μα της γιαγιάς ο πρώτος γιος, των εγγονιών πατέρας-τέρας, έφερε μια μεγάλη τηλεόραση γεμάτη παραμύθια με βαμπίρ, με λυκανθρώπους, με δημοσιογράφους και άλλα τέρατα.

...και από τότε τα εγγόνια όλου του κόσμου κοιμούνται όρθια, δίπλα στους τερατώδεις γονείς τους.

...κι΄ αν τη γιαγιά, τους ποιητάδες της αλήθειας δηλαδή, δεν θυμηθούν, αν τις ρίζες τους βαθειά στο χώμα δεν τις ψάξουν τα εγγόνια, τοτε τους πρέπει μια μεγαλόπρεπη κηδεία όσο ακόμα είναι ζωντανοί.

-       Σέβομαι τους νεκρούς και όταν ακόμη είναι ζωντανοί. - Ροϊδης Εμμανουήλ

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Παραμύθι δίχως προσδοκία.


Κάπου κάπως κάποτε ήταν ένας που ζούσε εκεί όπου, εκτός από μια κάποια προσδοκία, δεν υπήρχε τίποτα ούτε για δείγμα.
Έτσι, αποφάσισε να ταξιδέψει για να φέρει...
Και ενθουσιάστηκε μ΄ αυτή του την απόφαση. Και σύντομα έβαλε την προσδοκία στο δισάκι του και έφυγε για να γυρίσει.
Και πέρασαν χρόνια και καιροί μα κανείς δεν πισωγύρισε.
Και πέρασαν κι΄ άλλα χρόνια κι΄ άλλοι καιροί και κανένας πια, κανέναν δεν περίμενε.
Και κάπου κάπως κάποτε δεν υπήρχε ούτε ένας ούτε για δείγμα, ούτε προσδοκία.  

Μόνο ένα φαρμάκι που το λεν ελπίδα υπήρχε ...

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

Παραμύθι δίχως επανάσταση ... ακόμα


Κάπου κάπως κάποτε, μεγάλο γινόταν πανηγύρι και ο λαός ήταν ακάλεστος. Και μαζεύτηκαν απ΄ όλα του κόσμου τα βόρεια μέρη πανηγυριστές, τους νοτίους για να συναντήσουν συναδέλφους.   Κι αλληλοθαυμάζονταν κι αλληλοσυγχαίρονταν, μέχρι που μια μέρα ξαφνικά, δίχως κανείς να έχει προνοήσει, το πανηγύρι τέλειωσε.  Και είχαν από καιρό φύγει οι επισκέπτες του βορρά όταν κάποιος, ... ντόπιος; ... ξένος; ... θα σας γελάσω..., σκέφτηκε πως θα 'πρεπε τα οικονομικά, της πανηγύρεως, ν΄ αναλυθούν στοιχεία.   Κι αποφασίσαν ομοφώνως πως κάπου κάπως κάποτε, το πανηγύρι στοίχισε πολύ και πως κάπου κάπως κι΄ άμεσα, ο σπάταλος λαός, πρέπει να τιμωρηθεί.  Τι κι΄ αν δεν αξιώθηκε στο πανηγύρι να χορέψει, "Ως μοναδικός της ρεμούλας υπαίτιος, την χρεοκοπίαν θάπρεπε να αποτρέψει".   Και αποφασίστηκε για να ξεπληρωθούν τα δάνεια, δάνεια κι΄ άλλα να δοθούν, κι΄ απ΄ τους σπάταλους που δε χόρεψαν να ξεπληρωθούν. Έτσι!  Για να μάθει, ... να μην πανηγυρίζει,  ο λαός.
... και ζήσαν τη μιζέρια τους δίχως επανάσταση και με κλειστά τ΄ αυτιά στους ποιητάδες που ματαίως τραγουδούσαν,
...άντε θύμα άντε ψώνιο άντε σύμβολο αιώνιο, αν ξυπνήσεις μονομιάς θάρθει ανάποδα ο ντουνιάς...

Μα το παραμύθι δεν τέλειωσε ακόμα...    Το τέλος θα το γράψουν εκείνοι που κάποτε πανηγύριζαν δίχως να έχουν χορέψει.  Και το τέλος που δε γράφτηκε ακόμα, σύντομα θα γραφτεί με χρώμα πορφυρό.   Είμαι σίγουρος!


Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2011

Dr Nicht akzeptabel


Παρότι οι λιγοστοί κάτοικοι της κωμόπολης του Κλάινσταντ δε ξέχασαν ούτε για μια στιγμή όσα διαδραματίστηκαν τα μεσάνυχτα της 23ης προς 24η Μαΐου του 1935, ποτέ και κανείς τους δε μίλησε. Μόνο οι προεστοί, οι κολώνες της μικρής αυτής κοινωνίας, φρόντισαν να μη σβηστεί απ΄ τη μνήμη των επόμενων γενεών η απειλή με τη φοβερή μορφή του Δόκτορα Νιχταξεπτάμπελγκερ. Και όταν οι πρωτότοκοι γιοί τους έφταναν στο 21ο έτος της ηλικίας τους, κατά τη διάρκεια μιας σεμνής τελετής - μύηση την αποκαλούσαν -, τους εμπιστεύονταν το μυστικό του δόκτορα. Το μυστικό όμως διέρρευσε χάρη στον Φραγκίσκο Δε Σουάτσκοπφ, τρίτο κατά σειράν υιό του Ανατόλ Δε Σουάτσκοπφ, στον οποίο το αποκάλυψε ο πρωτότοκος αδελφός του έναντι επτά χρυσών λουδοβικίων. Όμως ο Φραγκίσκος, γνωστός στους κοσμικούς κύκλους της μεταπολεμικής Αυστρίας και ως Φράνκυ Δε Σοντομίτενστάιν, δεν κράτησε το στόμα του κλειστό. Αποκάλυψε το μυστικό του Δόκτορα Νιχταξεπτάμπελγκερ στον εραστή του τον Ευγένιο Πφέρντ, ο οποίος το είπε στον ξάδελφό του τον Αδόλφο Άϊνσμπάιν που το είπε στον γιο ενός φίλου του αγνώστων λοιπών στοιχείων, που το εμπιστεύτηκε στον Πιέρο Παρόλε που ήταν Ιταλός και κωφάλαλος. Γι΄ αυτό και του το εμπιστεύτηκε γραπτώς σε μια περγαμηνή, γραμμένη σε σχεδόν άπταιστα, με λίγα μόνο συντακτικά λάθη, λατινικά. Την περγαμηνή αυτή, την αγόρασα μια βροχερή μέρα στο μοναστηράκι, και μετά από πολλές ώρες σκληρής εργασίας κατάφερα να την μεταφράσω παραδίδοντάς την στον φίλο μου τον Σούλη Τειχαίο που ομιλεί απταίστως την Λατινική. Ο Σούλης κατ΄ αρχάς με διαολόστειλε για τα συντακτικά λάθη, αλλά κατόπιν δύο περίπου ωρών μου παρέδωσε το κείμενο, το οποίο με τη σειρά μου παραδίδω στην ιστορία . Ιδού λοιπόν τα έργα και οι μέρες του δόκτορα Νιχταξεπτάμπελγκερ που σε ελεύθερη μετάφραση μπορεί και να σημαίνει ΔόΧτωρ ΑπαράδεΧτος.

Από καιρό γνωρίζαμε ότι ο δόκτωρ κάτι ετοίμαζε. Είχε κλειστεί στον πύργο του και είχε απολύσει όλο το προσωπικό. Τα ήσυχα βράδια ακούγονταν απ΄ τον πύργο ουρλιαχτά και οι γυναίκες της κωμόπολης ξενυχτούσαν και σκλήριζαν. Και ήταν φανερό πως ο διαβολικός δόκτορας Νιχταξεπτάμπελγκερ κάτι μαγείρευε στον πύργο του. Ο πεταλωτής μάλιστα έλεγε πως τον έβλεπε τα σκοτεινά βράδια να τριγυρνά στο νεκροταφείο, αψηφώντας το χιονιά. Ο γανωματής είπε πως τον είδε να αιωρείται τρεις ίντσες πάνω απ΄ το έδαφος. Και μια πόρνη, η μοναδική που είχε απομείνει στην κωμόπολη γιατί έτυχε να είναι ψυχοκόρη του ενεχυροδανειστή, είπε πως τα μεσάνυχτα μεταμορφωνόταν, από τη μέση και κάτω, σε άλογο. Έτσι, με σχεδόν συνοπτικές διαδικασίες, οι προεστοί συγκάλεσαν το κραταιό συμβούλιο των προεστών και προεδρεύοντος του φαρμακοτρίφτη αποφάσισαν να φέρουν τον αιδεσιμότατο Βόρτε Ντες Γκλάουμπενς προκειμένου να ξορκίσει το κακό. Μα ούτε και οι γυναίκες έμειναν με δεμένα τα χέρια. Και κάθε βράδυ μαζεύονταν στον γυναικωνίτη του καθεδρικού ναού που ήταν δίπλα στον πύργο του δόκτορα και προσεύχονταν. Μερικές μάλιστα, έμεναν εκεί μέχρι τα ξημερώματα. Όταν επιτέλους έφθασε στο Κλάινσταντ ο αιδεσιμότατος Βόρτε Ντες Γκλαουμπενς, το πρώτο που έκανε ήταν να επισκεφθεί τον πύργο του Νιχταξεπτάμπελγκερ. Και φυσικά ο οικοδεσπότης δεν του άνοιξε. Όμως, ενώ ο αιδεσιμότατος περίμενε υπομονετικά μπροστά στην βαριά σιδερένια εξωτερική πόρτα με τον θυρεό του δόκτορα, μια χάρτινη ροζ σαΐτα προσγειώθηκε στα πόδια του. Και στο ροζ χαρτί απ΄ το οποίο είχε φτιαχτεί η σαΐτα, υπήρχε κάποιο μήνυμα. Όταν λίγο αργότερα συγκεντρώθηκαν οι προεστοί στην αίθουσα βιμπροφώνου του δημαρχείου, ο αιδεσιμότατος ξεδίπλωσε τη σαΐτα και διάβασε προσεκτικά το σημείωμα του δόκτορα. Κατόπιν πρασίνισε, κιτρίνισε και τελικά κοκκίνισε αρμοδίως, αλλά κανείς δεν έδωσε σημασία μια ήταν όλοι τους βέβαιοι πως το κόκκινο χρώμα που έβαφε τα μάγουλά του Βόρτε Ντες Γκλαουμπενς οφειλόταν στα τρία λίτρα μοναστηριακής μπύρας που είχε στο μεταξύ καταναλώσει. Και τον ρώτησαν τι έγραφε το σημείωμα το οποίο είχε κρύψει βιαστικά στον κόρφο του. “Τίποτα σπουδαίο.” είπε ο αιδεσιμότατος. “Μόνο να μην τον ενοχλούμε διότι απειλεί πως θα καλέσει τους φίλους του τα δαιμόνια δια να μας τιμωρήσει. Προτείνω δια κάποιο διάστημα, μέχρι να ξορκίσω το κακό βρε αδερφέ, να μην βγαίνετε απ΄ τα σπίτια σας μετά τις δέκα και τριάντα δύο το βράδυ. Στο μεταξύ θα ετοιμάσω κάποιες προσευχές αρρένων και μερικές θηλέων δια να προσεύχεσθε. Δια κάθε προσευχή, επειδή θα χρειαστούν πολλές, θα σας χρεώσω μόνον 15 καπίκια, ....και φυσικά τα χρήματα θα τα αποστείλω ως δωρεά στο κολλέγιο κορασίδων που εποπτεύει ο ίδιος ο Φίρερ, δια τους ιερούς σκοπούς του.” Και πράγματι σε λιγότερο από 12 ώρες παρέδωσε 25 προσευχές αρρένων και 38 θηλέων ειδικά φτιαγμένες για την περίσταση. Όταν μάλιστα έμαθε πως οι κυρίες του Κλάινσταντ μαζεύονταν κάθε απόγευμα στον καθεδρικό, χάρηκε και πήγε ο ίδιος προκειμένου να τους παραδώσει ιδίαν αυτού χείρα τις 38 προσευχές θηλέων και να τις συγχαρεί δια το θάρρος τους. Και τους έδωσε την εντολή να ξεκινούν τις προσευχές τους κάθε βράδυ στις δέκα και τριάντα πέντε και να τελειώνουν προ της ανατολής του ήλιου. Όλες τους! Όμως πέρασαν τουλάχιστον δύο μήνες και παρά τις προσευχές τίποτα δεν είχε αλλάξει. Ο δόκτωρ Νιχταξεπτάμπελγκερ συνέχισε να κρύβεται στον πύργο του, οι άνδρες να κλείνονται στα σπίτια τους στις δέκα και τριάντα δύο, οι γυναίκες να κάνουν ολονυχτίες στον καθεδρικό και ο γανωματής να επιμένει πως ο δόκτωρ υπερίπταται. Στο μεταξύ, με τη σύμφωνη γνώμη του αιδεσιμότατου, έκαψαν δύο μάγισσες, δηλαδή τη σύζυγο του φούρναρη, που παραδόξως ανήκε στους προεστούς, καθώς και την πεθερά του δάσκαλου. Και παρότι η ζωή του δάσκαλου και του φούρναρη κάπως βελτιώθηκε, ο δόκτορ παρέμενε άφαντος και επικίνδυνος ενώ τα ουρλιαχτά που κάθε βράδυ ακούγονταν απ΄ τον πύργο του πολλαπλασιάστηκαν σε ένταση, πυκνότητα και συχνότητα. Έτσι, οι προεστοί -πλην δασκάλου και φούρναρη – άρχισαν να αμφισβητούν τις ικανότητες του Γκλάουμπενς και να ξεχνούν πως είχε μια συστατική επιστολή απ΄ τον ίδιο τον Χίμλερ. Σε αυτό μάλιστα το σημείο θα πρέπει να σημειωθεί πως οι κάτοικοι του Κλάινσταντ ήσαν ανέκαθεν ρέμπελοι και αντιδραστικοί στις καθεστωτικές διαταγές. Λέγεται μάλιστα πως μερικούς αιώνες πριν, είχαν αθετήσει εντολή να παλουκώσουν όλους τους ουγενότους της περιοχής, παλουκώνοντας μόνον ενενήντα εννέα αντιπαθητικούς τύπους που ενδεχομένως να ήσαν ουγενότοι. Ανάμεσα στους παλουκωμένους έτυχε να είναι η πεθερά του δήμαρχου και τέσσερις ακόμα πεθερές προεστών. Όμως κανείς δεν είχε την προνοητικότητα να παλουκώσει και την προπρογιαγιά του Νιχταξεπτάμπελγκερ με αποτέλεσμα ο εν λόγω δόκτορας να παραμένει ταμπουρωμένος στο σπίτι του και να υπερίπταται της γης κατά τρεις ολόκληρες ίντσες. Και έκαναν ένα ακόμα επείγον πλην μυστικό συμβούλιο δίχως να καλέσουν τον αιδεσιμότατο Και κατ΄ αρχάς συζήτησαν το θέμα της απουσίας των γυναικών τους τα βράδια. Οι γεροντότεροι ήσαν ευτυχείς και οι νεότεροι κάπως ενοχλημένοι. Κατόπιν έθεσαν το θέμα του δόκτορα και συμφώνησαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Με μία πρόχειρη εκτίμηση, κάθε προεστός μπορούσε άνετα να θυσιάσει από πέντε κολλήγους, σύνολον εξήντα τεμάχια. Ο δικολάβος έφτιαξε ένα πρόχειρο στρατηγικό σχέδιο και όλοι μαζί ενέκριναν την επίθεση στον πύργο του Νιχταξεπτάμπελγκερ. Και λίγο πριν τα μεσάνυχτα της 23ης προς 24η Μαΐου του 1935 μαζεύτηκαν οι προεστοί με τα εξήντα αναλώσιμα τσιράκια τους στην κεντρική πλατεία, και ήταν έτοιμοι για όλα. Καθώς πέρασαν από τον καθεδρικό, άκουσαν τις γυναίκες τους που προσεύχονταν καθώς και τη φωνή του αιδεσιμότατου που έψελνε. Και πήραν θάρρος γιατί ήξεραν πως έχουν το θεό μαζί τους. Και μόλις έφτασαν στη βαριά σιδερένια εξωτερική πόρτα του Νιχταξεπτάμπελγκερ, άναψαν τους πυρσούς που κρατούσαν οι κολλήγοι, και έσπρωξαν τους κολλήγους που έσπρωξαν την πόρτα μέχρι που υποχώρησε. Σε αυτή την επιχείρηση σκοτώθηκαν μόνο 4 τερμάχια και όλοι μαζί ευχαρίστησαν το θεό που ούτε ένας προεστός δεν τραυματίστηκε. Κατόπιν πλησίασαν την κεντρική είσοδο του πύργου, ανέβηκαν τα εικοσιτέσσερα σκαλοπάτια, έσπασαν την πόρτα και έστειλαν πρώτα ένα τεμάχιο για να διερευνήσει τα ενδότερα. Σύντομα άκουσαν το τρελό γέλιο του και σκιάχτηκαν. Πέρασε ώρα και το τεμάχιο συνέχισε να γελά μα δε γυρνούσε πίσω. Και έστειλαν άλλα δύο και τα αποτελέσματα ήταν ίδια κι΄ απαράλλαχτα. Και αποφάσισαν να στείλουν όλους μαζί τους αναλώσιμους, ώστε με τους αναμμένους πυρσούς να κάψουν τον πύργο της κολάσεως. Και ακούστηκαν γέλια από πενήντα έξι τεμάχια κολλήγων. Γέλια σπαρταριστά. Τέτοια ήταν τα δαιμόνια του δόκτορα. Τόσο επικίνδυνα που εκαναν τους κολλήγους να γελούν. Μα ευτυχώς, απ΄ το πολύ το γέλιο, δύο τουλάχιστον κολλήγοι παραπάτησαν και οι πυρσοί τους έπεσαν στο ξύλινο πάτωμα. Και σύντομα ο πύργος τυλίχτηκε στις φλόγες. Και ξάφνου, σαν από θαύμα, είδαν οι προεστοί τις γυναίκες τους, να βγαίνουν τρέχοντας απ΄ τον πύργο. Και ήταν όλες τους γυμνές και αναμαλλιασμένες. Πίσω τους ακολουθούσε ο αιδεσιμότατος, γυμνός και αυτός μ΄ ένα σεντόνι να καλύπτει τον τεράστιο ανδρισμό του, και πιο πίσω οι κολλήγοι που συνέχισαν να γελούν απρεπώς. Και από το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου, πήδηξε ο δόκτωρ Νιχταξεπτάμπελγερ μαζί με τρεις διαβολοσάτυρους, έτρεξε σ΄ ένα μαύρο Κάρμαν που είχε παρκαρισμένο δίπλα στην καστανιά λίγα μέτρα απ΄ το πηγάδι, γύρισε τη μανιβέλα, ξεκίνησε τη μηχανή και εξαφανίστηκε με ιλιγγιώδη ταχύτητα σαράντα χιλιομέτρων την ώρα στο πυκνό σκοτάδι του επαραπέρα δάσους. Και ήσαν όλοι όσοι βγήκαν απ΄ τον πύργο γυμνοί! Μα σαν εξαφανίστηκε ο διαβολικός δόκτορας με τα δαιμόνιά του, ο αιδεσιμότατος, τυλίχτηκε κάπως καλύτερα με το σεντόνι και άρχισε τις προσευχές. Και κάθε τόσο επαναλάμβανε δυνατά και αργά για να τον ακούσουν όλοι, τα παρακάτω λόγια: “Μόνο εσύ ξέρεις θεέ μου πως κατάφερε ο δαιμονισμένος να μεταφέρει εμένα το δούλο σου και τις τίμιες αυτές γυναίκες απ΄ το ναό στον πύργο του. Μόνο εσύ γνωρίζεις πανύψιστε πως κατάφερε να μας κλέψει τα ρούχα. Εμείς προσευχόμασταν και ξάφνου βρεθήκαμε στον κολασμένο τούτο τόπο δίχως τη θέλησή μας ύψιστε. Δοξασμένο τ΄ όνομά σου, κι΄ όποιος πει πως δε γίναν έτσι τα πράγματα, είναι καταραμένος και υπηρέτης του Νιχταξεπτάμπελγερ.” Και σταμάτησαν να γελούν οι κολλήγοι ενώ όλες μαζί οι γυναίκες κούρνιασαν στις αγκαλιές των αντρών τους που έκαναν το σταυρό τους και θαύμαζαν τον πύργο που καιγόταν. Κατόπιν, ο αιδεσιμότατος έδωσε την εντολή να παλουκώσουν όλους τους κολλήγους διότι πιθανόν να είχαν μολυνθεί απ΄ τα δαιμόνια του πύργου και έδωσε άφεση αμαρτιών στις γυναίκες που στο μεταξύ είχαν καλύψει τη γύμνια τους με τα πανωφόρια των ανδρών τους. Έτσι, σύσσωμο το τσούρμο των προεστών του Κλάινσταντ, έχοντας νικήσει τα δαιμόνια του δόκτορα, κίνησε το δρόμο της επιστροφής που οδηγούσε στις ενάρετες συζυγικές εστίες. Μα περνώντας απ΄ την εκκλησία, κατάλαβαν πως είχε γεμίσει δαιμόνια γιατί άκουσαν και πάλι τις προσευχές των γυναικών και τις ψαλμωδίες του αιδεσιμότατου. Και σκιάχτηκαν όλοι μαζί. Μα ευτυχώς, ο γενναίος αιδεσιμότατος κράτησε την ψυχραιμία του και πήγε μόνος και πάλεψε τα δαιμόνια. Και ακούστηκε ένας θεϊκός ήχος, κάτι σαν κλικ, και οι φωνές σταμάτησαν. Έτσι έγιναν τα πράγματα και το Κλάινσταντ επέστρεψε στους κανονικούς του ρυθμούς. Λίγο πριν φύγει για το Άουζβιτζ, ο αιδεσιμότατος χάρισε ένα μάγκνετοφον AEG μοντέλο Κ1 στο δήμαρχο αλλά κανείς δεν γνώριζε πως λειτουργεί και το πέταξαν στα σκουπίδια όταν, μετά από χρόνια, κυκλοφόρησε το πρώτο κασετόφωνο της ziemens. Όμως ο απαράδεκτος Δόκτορ Νιχταξεπτάμπελγκερ δεν βρέθηκε ποτέ και μπορεί ακόμα και σήμερα να κυκλοφορεί ανάμεσά μας. Γι΄ αυτό οι γυναίκες των προεστών του Κλάινσταντ έχουν πάντα μια πλεξούδα σκόρδο ανάμεσα στα σκέλια τους, για να τις προστατεύει απ΄ τα δαιμόνια. 

Αυτά γράφει το λατινικό κείμενο που έχω στα χέρια μου και ελπίζω ο δαιμονισμένος αυτός δόκτωρ να έχει πεθάνει πριν πολλά πολλά χρόνια και να μην είναι υπεύθυνος για τις γυμνές γυναίκες που κάθε τόσο συλλαμβάνονται και προσπαθούν μ΄ ένα σεντόνι να κρύψουν τη γύμνια τους.

Τομάζο Παγώνης


Αυτά περίπου είχα ήδη καταγράψει στις επτά και δεκαοχτώ της εικοστής πρώτης Απριλίου του δύο χιλιάδες και τρία. Κατόπιν γύρισα στο σπίτι μου, στην οδό Στησημόνου 1 στον πρώτο όροφο πάνω απ΄ το μίνι μάρκετ, μου έφτιαξα καφέ και στις οκτώ και είκοσι δύο περίπου άρχισα να διαβάζω το γραπτό μου. Στις οκτώ και τριάντα τέσσερα ακριβώς, το απέρριψα και το έριξα στον κάλαθο των αχρήστων αφού πρώτα το τσαλάκωσα συμβολικά πλην βίαια. Διότι εκείνη την εποχή δεν είχα χρήματα για καταστροφέα εγγράφων και απλώς τσαλάκωνα τα άχρηστα χαρτιά πριν τα πετάξω. Όμως ο ύπουλος και ραδιούργος δόκτορ απαράδεκτος, παρότι τσαλακωμένος με τον πλέον επίσημο τρόπο, περίμενε να βραδιάσει για τα καλά, και βγήκε χωρίς την άδειά μου απ΄ τα σκουπίδια. Λίγες μέρες αργότερα έφτιαξε το πρώτο του μπλογκ με τίτλο  Dr Nichtakzeptabel and the city. Έκτοτε πιστεύει πως είναι αληθινός, πως υπάρχει δηλαδή, και μπλέκεται στα πόδια μου χωρίς αιδώ ο υπερήληξ. Περισσότερο απ΄ όλα με ενοχλεί που όταν φτιάχνω γεμιστά τρώει όλες τις ντομάτες και μου αφήνει τις πιπεριές.



Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

πορνογράφημα

... μια φορά κι΄ έναν καιρό, πριν από χιλιάδες χρόνια μέχρι σήμερα, ήταν δυο άσπονδες φίλες, η Σεμνοτυφία και η Φιληδονία. Κανονικά, δεν θα έπρεπε να είναι ούτε άσπονδες, ούτε φίλες ... ούτε καν γνωστές. 'Άλλες παρέες θα πρεπε να 'χει η μια και άλλες η άλλη. Έλα όμως που είχαν του κόσμου τους κοινούς γνωστούς.
Μια μέρα, η Σεμνοτυφία σκέφτηκε να στήσει ένα φαν κλαμπ, έτσι για να μετρήσει τους αφοσιωμένους φίλους της. Μα η Φιληδονία που δεν ανεχόταν μύγα στο σπαθί της, έστησε κι΄ εκείνη ένα δικό της. Μα λίγοι μόνο, κάτι ανδρείοι της ηδονής, τόλμησαν να γίνουν μέλη στο κλαμπ της Φιληδονίας. Εκατομμύρια οπαδοί της, προτίμησαν να παραμείνουν ανώνυμοι, ενώ συγχρόνως, για λόγους πέρα απ΄ τη θέλησή τους, αναγκάστηκαν να γίνουν μέλη του κλαμπ της Σεμνοτυφίας που ονομαζόταν “τάξις και ηθική”. Οι προδότες! Οι κιοτήδες! Έτσι, η Φιληδονία αναγκάστηκε να διεκδικήσει τους δειλούς φίλους της, χρησιμοποιώντας ένα δούρειο ίππο. Την πορνογραφία.
Με τον όρο πορνογραφία εννοούσε την διά λέξεων, εικόνων ή αγαλματιδίων λεπτομερή περιγραφή σεξουαλικών πράξεων με σκοπό την αφύπνιση του βασικού ενστίκτου της διαιώνισης του είδους. Και διά της αφυπνίσεως αυτής θέλησε να προτρέψει τους φίλους της να επιδίδονται σε φιλήδονες και ενδεχομένως ακόλαστες, κατά μόνας ή με παρέα, πράξεις. Στην πραγματικότητα ήθελε να τους προσηλυτίσει και να τους εγγράψει στα μέλη του δικού της φαν κλαμπ. Έτσι αφενός θα έμπαινε στο μάτι της χαμηλοβλεπούσας της Σεμνοτυφίας αφετέρου θα επιτύγχανε την πλήρη επικράτηση της αυτοκρατορίας της ηδονής.
Έτσι, απ΄ τα πρώτα κιόλας χρόνια της διαμάχης της με την Σεμνοτυφία, έβαλε ζωγράφους και κεραμοποιούς να αναπαραστήσουν με την τέχνη τους πράξεις και στάσεις ιδιαιτέρως ερεθιστικές. Συγχρόνως έπεισε ποιητές και λογοτέχνες να περιγράψουν τα απερίγραπτα. Και αρκετά αργότερα, έθεσε στην υπηρεσία της και την τεχνολογία. Με την γέννηση της 7ης τέχνης, ξεφύτρωσαν και οι πρώτες πορνογραφικές ταινίες που κατέγραφαν στοματικές και πρωκτικές πανδαισίες.
Έτσι, η Φιληδονία αγκάλιασε τον κόσμο της τέχνης, ενώ η Σεμνοτυφία αγκάλιασε την εξουσία και έγινε παρατρεχάμενη της εκκλησίας και του βασιλιά. Ξύπνιος ο άναξ, γάτα ο ποντίφηξ, γνώριζαν κι΄ δυο τους καλά πως οι ανέραστοι είναι ευκολότερα καθοδηγούμενοι. Επίσης γνώριζαν πως όσοι δήλωναν φίλοι της Σεμνοτυφίας ενώ συγχρόνως ερωτοτροπούσαν με τα πορνογραφήματα της Φιληδονίας μπορούσαν εύκολα να εκβιαστούν και να γίνουν ιδιαιτέρως χρήσιμοι. Έτσι, εκκλησία και βασιλεία, καταδίκασαν την πορνογραφία, φροντίζοντας συγχρόνως να της αφήσουν χώρο να επιβιώσει.
Και πέρασαν τα χρόνια με τις δύο “φίλες” να διεκδικούν τα πρωτεία και να κάνουν και οι δυο τους ότι περνούσε απ΄ το χέρι τους προκειμένου να κερδίσουν οπαδούς.
Απ΄ τη μια λοιπόν ο καλλιτεχνικός κόσμος με τη Φιληδονία, απ΄ την άλλη η εξουσία με τη Σεμνοτυφία και στη μέση η πορνογραφία, ... πέρασε ο καιρός και φτάσαμε ως τις μέρες μας. Και ακόμα και σήμερα κατηγορεί η Σεμνοτυφία τη Φιληδονία ότι ωθεί τους νέους στην πορνεία και ζητά από την πολιτεία να θεσπίσει νόμους που να απαγορεύουν την πορνογραφία. Όμως η Φιληδονία υπερασπίζεται την εφεύρεσή της αμφισβητώντας τη δυνατότητα ενός νόμου ή μιας κυβέρνησης να απαγορεύσει την πορνογραφία χωρίς να καταστρατηγήσει τα δικαιώματα ελευθερίας της έκφρασης των πολιτών.
Και επειδή μου ζήτησαν τη γνώμη μου αμφότερες, ... αλλιώς, το γνωρίζετε πως δε θα έμπαινα σε ξένα χωράφια..., απεφάνθην μετά βουλιμίας (άσχετο) ότι η πορνογραφία δε δύναται να απαγορευθεί εφόσον τηρούνται οι παρακάτω απαράβατοι όροι:
α. να περιγράφει ή να δείχνει ενηλίκους, και να απευθύνεται σε ενηλίκους
β. οι συντελεστές να συμμετέχουν οικειοθελώς και εν γνώση τους
γ. οι συντελεστές να έχουν σώας τα φρένας
δ. να πιστοποιείται η μη εξάρτηση των συντελεστών από ναρκωτικές ουσίες (κάτι σαν αντιντόπινγκ)


Όμως δεν είμαι ακόμα αρκετά ενήλικος για να συνεχίσω, ... όπερ το πορνογράφημα λήγει.


Μετά τιμής
ο δόΧτωρ του γιατρού

Σάββατο 20 Αυγούστου 2011

ο ποιητής του


Είναι ένα συνηθισμένο φθινοπωρινό απόγευμα. Τα αξιοθέατα της κωμόπολης που με φιλοξενεί δεν αξίζουν τρίτη κατά σειρά επίσκεψη. Μόνο η βιβλιοθήκη έμεινε. Είναι ένα παλιό και επιβλητικό κτίριο, δωρεά της Λαίδης Γκέρτρουντ Σμιθ που χάρη στις προσπάθειες της Αμαλίας Χάρινγκτον γέμισε βιβλία. Υπάρχουν τόσα πολλά βιβλία που τα ράφια έχουν ξεχειλίσει. Διπλές σειρές βιβλίων παντού. Μερικά στοιβαγμένα πάνω σε ξύλινα γραφεία και κάποια άλλα αφημένα σε τσέστερφιλντ καναπέδες.
Ο βιβλιοθηκάριος με κοίταξε ύποπτα και δίχως να κουνήσει το κεφάλι, με ένα νεύμα μόνο, μου επέτρεψε την είσοδο. Και είμαι μόνος, χαμένος στον λαβύρινθο των δωματίων που κάποτε φιλοξενούσαν την Λαίδη Γκέρτρουντ. Σκέφτομαι πως, ....σαν να υπήρχαν εδώ και αιώνες είναι τα βιβλία που κατάφεραν να συγκεντρώσουν. Είμαι βέβαιος πως μερικά από αυτά έχουν βγάλει ρίζες και έχουν γίνει ένα με τις παλιές ξύλινες βιβλιοθήκες. Κάποια άλλα μοιάζουν να έχουν προσφάτως διηγηθεί τους μύθους τους σε κάποιον ακατάστατο αναγνώστη. Και ξάφνου βρίσκομαι σ΄ ένα παγωμένο δωμάτιο στο υπόγειο του κτιρίου. Εδώ τα βιβλία έχουν όλα το ίδιο ακριβώς μέγεθος. Πιάνω ένα στην τύχη και αρχίζω να το περιεργάζομαι. Ο τίτλος αλλά και ο συγγραφέας, μου είναι εντελώς άγνωστοι. Είναι δεμένο προσεκτικά, με χοντρό μαύρο δέρμα ενώ ο τίτλος καθώς και το όνομα του συγγραφέα είναι χαραγμένα στο χέρι με χρυσά γράμματα. Το περιεχόμενο, χειρόγραφο και αυτό, είναι γραμμένο με πρόχειρο γραφικό χαρακτήρα, με πολλές διορθώσεις, και μουτζούρες. Κάπου στην μέση του βιβλίου, ανακαλύπτω πως υπάρχουν άδειες σελίδες που ... γεμίζουν σιγά, σιγά από μόνες τους. Κάποιο αόρατο χέρι γράφει.... Ένας άυλος ποιητής δημιουργεί. Ίσως πάλι, οι αχειροποίητοι ήρωες του βιβλίου έχουν ζωντανέψει και χαράζουν μόνοι την ιστορία τους. Μικροί Πινόκιο μπορεί να είναι, που θέλουν να πάρουν το μέλλον στα χέρια τους. Πετάω το ρέμπελο βιβλίο μακριά μου και νιώθω έντονη την επιθυμία να φύγω, να εξαφανιστώ αμέσως απ΄ το δωμάτιο. Μόλις όμως, το σατανικό κατασκεύασμα, απομακρύνθηκε απ΄ τα χέρια μου, νιώθω απίστευτη γαλήνη. Η περιέργειά ξανα-θεριεύει και συνεχίζω να περιεργάζομαι τα ζώντα κειμήλια που μοιάζουν με βιβλία. Όσο και εάν ψάχνω δεν βρίσκω ούτε ένα «πόνημα» του οποίου ο συγγραφέας να μου θυμίζει κάτι. Ούτε ένας τίτλος που να έχω ξαναδεί. Ανοίγω και άλλα και είναι όλα χειρόγραφα. Σε μερικά μάλιστα, ο γραφικός χαρακτήρας μοιάζει περισσότερο με ορνιθοσκαλίσματα παρά με γράμματα. Κάτι άλλα είναι γεμάτα μουτζούρες και έχουν ολόκληρα κεφάλαια διαγραμμένα με παχιές γραμμές από μελάνι. Κάποια, έχουν παραπομπές και αράδες γραμμένες στο περιθώριο, από την κορυφή προς την βάση. Γεμάτα με χαραγμένες σκέψεις αναδίδουν μια ιδιαίτερη μυρωδιά στην ατμόσφαιρα. Μοναχικοί ταξιδευτές περιγράφουν τις εμπειρίες των ταξιδιών τους. Ενσαρκωμένοι ήρωες πασχίζουν ν΄αποφασίσουν μόνοι το μέλλον τους. Το δωμάτιο έχει γεμίσει ιδέες, σκέψεις και πεπραγμένα. Αυθαίρετα πεπραγμένα γεννημένα από ζείδωρες σκέψεις. Άγνωστες στους πολλούς σκέψεις χαραγμένες σε κιτρινισμένες σελίδες… Παρατημένες, σκέψεις διαγραμμένες με παχιές γραμμές από μελάνι. Παραστρατημένες σκέψεις που η λογική προσπάθησε και τις επανέφερε στο δρόμο το σωστό, διορθώνοντας τις με μουτζούρες που καταδίκασαν τα ‘απολωλότα’ γραπτά στα σκοτάδια της μαύρης μελάνης. Αγαπημένες σκέψεις υπογραμμισμένες και καθαρογραμμένες Πρόσθετες σκέψεις, χαραγμένες στο περιθώριο της σελίδας. Το δωμάτιο είναι γεμάτο με χιλιάδες, εκατομμύρια ώρες καταγραφής. Σαν να προσπαθεί να συλλέξει και να καταγράψει όλες τις ανθρώπινες αγωνίες, όλες τις ποιητικές διαθέσεις, όλες τις χαρές και τις λύπες που είχαν την τύχη να χαράξουν την ύπαρξή τους πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί. ….έτσι είναι το δωμάτιο. Μυρίζει παντού μελάνι και κιτρινισμένο χαρτί….. Το δωμάτιο μυρίζει σκέψεις. Χιλιάδες σκέψεις……. Χαραγμένες σκέψεις … Απειλητικές και καθησυχαστικές. Αντιφατικές!
Πιάνω ένα ακόμα βιβλίο στην τύχη, ανοίγω μία σελίδα κάπου στο τέλος και αρχίζω να διαβάζω με περιέργεια. «Έτσι λοιπόν συμπέρανα πως ο Πατέρας αυτός δεν ήταν παντοκράτωρ παρότι γεννούσε κατ΄ εικόνα και ενδεχομένως καθ΄ ομοίωσιν! Όμως τα παιδιά του είχαν την ελευθερία του πράττειν και του σκέπτεσθαι. Και οι επίγονοι – καθώς είδαμε - ήταν δούλοι της κληρονομικότητας, παιδιά του τόπου, και έρμαια του χρόνου. Οι απόγονοι ήταν μεν ελεύθεροι να πράττουν κατά βούληση, όμως η ελευθερία τους περιοριζόταν τότε – και ακόμα και τώρα περιορίζεται - από την αρχική βούληση των γεννητόρων. Περιορίζεται ακόμα – ιδιαίτερα σήμερα - και από την κληρονομικότητα των ατελειών του γεννήτορα. Επίσης περιορίζεται – ιδιαιτέρως στο απώτερο μέλλον - από την ανάγκη και από τις αμαρτίες του γεννήτορα. Τέλος περιορίζεται από την εποχή και τον τόπο, που όμως δεν είναι επιλογές του γεννήτορα αλλά του γεννήτορα πριν από αυτόν. Μήπως θα έπρεπε να αμφισβητήσουμε την ελευθερία του πράττειν των απογόνων; Μήπως μόνος υπεύθυνος των πράξεων τους είναι ο πρωταρχικός πρόγονος;”
... Φεύγοντας, ο βιβλιοθηκάριος με κοίταξε εξεταστικά και αφού βεβαιώθηκε πως δεν είχα κρύψει κάποιο βιβλίο στην καπαρντίνα, μου είπε, “Λοιπόν; Τον βρήκατε τον ποιητή σας;”

Κυριακή 7 Αυγούστου 2011

η ξένη



Ήταν μια νύχτα πριν την πανσέληνο. Το φεγγάρι είχε ψηλώσει και χάραζε το αποτύπωμα της μεγαλοπρέπειάς του στα ήρεμα νερά της θάλασσας. Και ζωγράφιζε ένα πολύτιμο κόσμημα ξεκινώντας απ΄ τον ορίζοντα. Μα σαν πλησίαζε τον αμελητέο θεατή, ξόδευε απίστευτες ποσότητες χρυσού, τονίζοντας την παρουσία του στο σκοτεινό καμβά. Κι΄ ήταν ένα περίτεχνο κόσμημα σαν εκείνα που μόνο τα ουράνια πλάσματα ξέρουν να φτιάχνουν. Μια χρυσή στήλη κάλλους ήταν. Και συνέχισε το νωχελικό του ψήλωμα φωτίζοντας τους σκοτεινούς υδάτινους όγκους μα νομίζω πως το είδα κάθε τόσο να κοντοστέκεται για να θαυμάσει το έργο του. Ναι, ήταν ένα φιλήδονο φεγγάρι. Ο αντικατοπτρισμός που μάγευε τα μάτια του Ναρκίσσου δεν ήταν αρκετός για ένα πλάσμα σαν κι΄ αυτό. Το φεγγάρι ζωγράφιζε και στόλιζε την χρυσή παρουσία του πάνω στους υδάτινους όγκους μόνο και μόνο για να τη θαυμάσει. Κι ήταν ερωτευμένο με τον ίδιο του τον εαυτό. Μα κάθε τόσο μια ρυτίδα, αιτιατό κάποιας ασθενικής κίνησης του αέρα, ξέπλενε μικρά κομμάτια απ΄ το χρυσό της στήλης του κάλλους που στην θάλασσα τοποθέτησε μα για τον ίδιο του τον εαυτό είχε φτιάξει. Και ξόδευε τα πλούτη που του χάριζε ο εραστής του ο ήλιος και κάλυπτε τα μαύρα κενά, χαρίζοντας στο κόσμημά του τη ζωντάνια της αέναης κίνησης. Κι΄ ήταν αυτός ο πίνακας σε πλήρη αντίθεση με εκείνον που είχα φτιάξει στο μυαλό μου για χάρη της ξένης.
Και το ανεπαίσθητο αεράκι συνέχιζε ακούραστο, να παίζει με το φεγγάρι. Μα η μαγεία του αεικίνητου χρυσού κοσμήματος εξαφάνισε το χρόνο, και πριν χορτάσω το θέαμα, το φεγγάρι πρόλαβε να ψηλώσει για τα καλά. Και πίστεψε πια η θάλασσα πως δώρο ήταν του φεγγαριού το κόσμημα, στα κάλλη της δοσμένο. Και έλεγε στο αεράκι πως δική της θα κράταγε του κάλλους τη στήλη τη χρυσή για πάντα. Μα την άκουσαν τα σύννεφα και ζήλεψαν κι ήρθαν το φεγγάρι να της κλέψουν. Και σαν το κατάφεραν, δίχως το χρυσό να της στολίζει την επιφάνεια κόσμημα, έγινεν αίφνης αφιλόξενη. Και σκοτεινιάσαν τα νερά κι΄ αγρίεψεν η στερημένη, απ΄ του φεγγαριού το δώρο, θάλασσα. Μα το άπιστο φεγγάρι, είχε βρει νέους συντρόφους να στολίσει και τον εαυτό του να θαυμάσει. Και συνέχισε να ζωγραφίζει με τέχνη, και ερωτοτροπούσε μπρος στα μάτια της υγρής προδομένης, μέχρι που τα σύννεφα γίναν χρυσοκόκκινα. Κι΄ ήταν η ίδια γαλάζια θάλασσα που θαύμαζα το πρωί, η ίδια που φιλοξενούσε τα χρυσάφια του φεγγαριού, και ήταν τώρα πια μια ξένη. Απελπισμένη απ΄ του φεγγαριού την απιστία, σε μιαν εχθρική, μιαν απειλητική παρουσία μεταμορφώθηκε η θάλασσα.
Και θαύμαζα τον μέγα σκηνοθέτη του σύμπαντος που κατάφερνε μ΄ ένα παιχνίδι φωτισμού, τον χαρακτήρα να μεταμορφώνει των πρωταγωνιστών του έργου του. Και με μια μόνο σκιά, να γεννά συναισθήματα και φόβους στον αμελητέο θεατή ...
Καθώς επέστρεφα στο δωμάτιό μου, είδα την ερωτική γυναικεία σιλουέτα να περπατά παράλληλα με την άκρη των υδάτων και να χάνεται στο σκοτάδι. Και είμαι σίγουρος πως ήταν η δική μου ξένη που φωτιζόταν απ΄ τα σύννεφα που χρωμάτιζε το φεγγάρι που λαμπρυνόταν απ΄ τον μεγάλο ερωτικό. Τον απόλυτο επιβήτορα, τον ήλιο.