
Παρότι οι λιγοστοί κάτοικοι της κωμόπολης του Κλάινσταντ δε ξέχασαν ούτε για μια στιγμή όσα διαδραματίστηκαν τα μεσάνυχτα της 23ης προς 24η Μαΐου του 1935, ποτέ και κανείς τους δε μίλησε. Μόνο οι προεστοί, οι κολώνες της μικρής αυτής κοινωνίας, φρόντισαν να μη σβηστεί απ΄ τη μνήμη των επόμενων γενεών η απειλή με τη φοβερή μορφή του Δόκτορα Νιχταξεπτάμπελγκερ. Και όταν οι πρωτότοκοι γιοί τους έφταναν στο 21ο έτος της ηλικίας τους, κατά τη διάρκεια μιας σεμνής τελετής - μύηση την αποκαλούσαν -, τους εμπιστεύονταν το μυστικό του δόκτορα. Το μυστικό όμως διέρρευσε χάρη στον Φραγκίσκο Δε Σουάτσκοπφ, τρίτο κατά σειράν υιό του Ανατόλ Δε Σουάτσκοπφ, στον οποίο το αποκάλυψε ο πρωτότοκος αδελφός του έναντι επτά χρυσών λουδοβικίων. Όμως ο Φραγκίσκος, γνωστός στους κοσμικούς κύκλους της μεταπολεμικής Αυστρίας και ως Φράνκυ Δε Σοντομίτενστάιν, δεν κράτησε το στόμα του κλειστό. Αποκάλυψε το μυστικό του Δόκτορα Νιχταξεπτάμπελγκερ στον εραστή του τον Ευγένιο Πφέρντ, ο οποίος το είπε στον ξάδελφό του τον Αδόλφο Άϊνσμπάιν που το είπε στον γιο ενός φίλου του αγνώστων λοιπών στοιχείων, που το εμπιστεύτηκε στον Πιέρο Παρόλε που ήταν Ιταλός και κωφάλαλος. Γι΄ αυτό και του το εμπιστεύτηκε γραπτώς σε μια περγαμηνή, γραμμένη σε σχεδόν άπταιστα, με λίγα μόνο συντακτικά λάθη, λατινικά. Την περγαμηνή αυτή, την αγόρασα μια βροχερή μέρα στο μοναστηράκι, και μετά από πολλές ώρες σκληρής εργασίας κατάφερα να την μεταφράσω παραδίδοντάς την στον φίλο μου τον Σούλη Τειχαίο που ομιλεί απταίστως την Λατινική. Ο Σούλης κατ΄ αρχάς με διαολόστειλε για τα συντακτικά λάθη, αλλά κατόπιν δύο περίπου ωρών μου παρέδωσε το κείμενο, το οποίο με τη σειρά μου παραδίδω στην ιστορία . Ιδού λοιπόν τα έργα και οι μέρες του δόκτορα Νιχταξεπτάμπελγκερ που σε ελεύθερη μετάφραση μπορεί και να σημαίνει ΔόΧτωρ ΑπαράδεΧτος.
Από καιρό γνωρίζαμε ότι ο δόκτωρ κάτι ετοίμαζε. Είχε κλειστεί στον πύργο του και είχε απολύσει όλο το προσωπικό. Τα ήσυχα βράδια ακούγονταν απ΄ τον πύργο ουρλιαχτά και οι γυναίκες της κωμόπολης ξενυχτούσαν και σκλήριζαν. Και ήταν φανερό πως ο διαβολικός δόκτορας Νιχταξεπτάμπελγκερ κάτι μαγείρευε στον πύργο του. Ο πεταλωτής μάλιστα έλεγε πως τον έβλεπε τα σκοτεινά βράδια να τριγυρνά στο νεκροταφείο, αψηφώντας το χιονιά. Ο γανωματής είπε πως τον είδε να αιωρείται τρεις ίντσες πάνω απ΄ το έδαφος. Και μια πόρνη, η μοναδική που είχε απομείνει στην κωμόπολη γιατί έτυχε να είναι ψυχοκόρη του ενεχυροδανειστή, είπε πως τα μεσάνυχτα μεταμορφωνόταν, από τη μέση και κάτω, σε άλογο. Έτσι, με σχεδόν συνοπτικές διαδικασίες, οι προεστοί συγκάλεσαν το κραταιό συμβούλιο των προεστών και προεδρεύοντος του φαρμακοτρίφτη αποφάσισαν να φέρουν τον αιδεσιμότατο Βόρτε Ντες Γκλάουμπενς προκειμένου να ξορκίσει το κακό. Μα ούτε και οι γυναίκες έμειναν με δεμένα τα χέρια. Και κάθε βράδυ μαζεύονταν στον γυναικωνίτη του καθεδρικού ναού που ήταν δίπλα στον πύργο του δόκτορα και προσεύχονταν. Μερικές μάλιστα, έμεναν εκεί μέχρι τα ξημερώματα. Όταν επιτέλους έφθασε στο Κλάινσταντ ο αιδεσιμότατος Βόρτε Ντες Γκλαουμπενς, το πρώτο που έκανε ήταν να επισκεφθεί τον πύργο του Νιχταξεπτάμπελγκερ. Και φυσικά ο οικοδεσπότης δεν του άνοιξε. Όμως, ενώ ο αιδεσιμότατος περίμενε υπομονετικά μπροστά στην βαριά σιδερένια εξωτερική πόρτα με τον θυρεό του δόκτορα, μια χάρτινη ροζ σαΐτα προσγειώθηκε στα πόδια του. Και στο ροζ χαρτί απ΄ το οποίο είχε φτιαχτεί η σαΐτα, υπήρχε κάποιο μήνυμα. Όταν λίγο αργότερα συγκεντρώθηκαν οι προεστοί στην αίθουσα βιμπροφώνου του δημαρχείου, ο αιδεσιμότατος ξεδίπλωσε τη σαΐτα και διάβασε προσεκτικά το σημείωμα του δόκτορα. Κατόπιν πρασίνισε, κιτρίνισε και τελικά κοκκίνισε αρμοδίως, αλλά κανείς δεν έδωσε σημασία μια ήταν όλοι τους βέβαιοι πως το κόκκινο χρώμα που έβαφε τα μάγουλά του Βόρτε Ντες Γκλαουμπενς οφειλόταν στα τρία λίτρα μοναστηριακής μπύρας που είχε στο μεταξύ καταναλώσει. Και τον ρώτησαν τι έγραφε το σημείωμα το οποίο είχε κρύψει βιαστικά στον κόρφο του. “Τίποτα σπουδαίο.” είπε ο αιδεσιμότατος. “Μόνο να μην τον ενοχλούμε διότι απειλεί πως θα καλέσει τους φίλους του τα δαιμόνια δια να μας τιμωρήσει. Προτείνω δια κάποιο διάστημα, μέχρι να ξορκίσω το κακό βρε αδερφέ, να μην βγαίνετε απ΄ τα σπίτια σας μετά τις δέκα και τριάντα δύο το βράδυ. Στο μεταξύ θα ετοιμάσω κάποιες προσευχές αρρένων και μερικές θηλέων δια να προσεύχεσθε. Δια κάθε προσευχή, επειδή θα χρειαστούν πολλές, θα σας χρεώσω μόνον 15 καπίκια, ....και φυσικά τα χρήματα θα τα αποστείλω ως δωρεά στο κολλέγιο κορασίδων που εποπτεύει ο ίδιος ο Φίρερ, δια τους ιερούς σκοπούς του.” Και πράγματι σε λιγότερο από 12 ώρες παρέδωσε 25 προσευχές αρρένων και 38 θηλέων ειδικά φτιαγμένες για την περίσταση. Όταν μάλιστα έμαθε πως οι κυρίες του Κλάινσταντ μαζεύονταν κάθε απόγευμα στον καθεδρικό, χάρηκε και πήγε ο ίδιος προκειμένου να τους παραδώσει ιδίαν αυτού χείρα τις 38 προσευχές θηλέων και να τις συγχαρεί δια το θάρρος τους. Και τους έδωσε την εντολή να ξεκινούν τις προσευχές τους κάθε βράδυ στις δέκα και τριάντα πέντε και να τελειώνουν προ της ανατολής του ήλιου. Όλες τους! Όμως πέρασαν τουλάχιστον δύο μήνες και παρά τις προσευχές τίποτα δεν είχε αλλάξει. Ο δόκτωρ Νιχταξεπτάμπελγκερ συνέχισε να κρύβεται στον πύργο του, οι άνδρες να κλείνονται στα σπίτια τους στις δέκα και τριάντα δύο, οι γυναίκες να κάνουν ολονυχτίες στον καθεδρικό και ο γανωματής να επιμένει πως ο δόκτωρ υπερίπταται. Στο μεταξύ, με τη σύμφωνη γνώμη του αιδεσιμότατου, έκαψαν δύο μάγισσες, δηλαδή τη σύζυγο του φούρναρη, που παραδόξως ανήκε στους προεστούς, καθώς και την πεθερά του δάσκαλου. Και παρότι η ζωή του δάσκαλου και του φούρναρη κάπως βελτιώθηκε, ο δόκτορ παρέμενε άφαντος και επικίνδυνος ενώ τα ουρλιαχτά που κάθε βράδυ ακούγονταν απ΄ τον πύργο του πολλαπλασιάστηκαν σε ένταση, πυκνότητα και συχνότητα. Έτσι, οι προεστοί -πλην δασκάλου και φούρναρη – άρχισαν να αμφισβητούν τις ικανότητες του Γκλάουμπενς και να ξεχνούν πως είχε μια συστατική επιστολή απ΄ τον ίδιο τον Χίμλερ. Σε αυτό μάλιστα το σημείο θα πρέπει να σημειωθεί πως οι κάτοικοι του Κλάινσταντ ήσαν ανέκαθεν ρέμπελοι και αντιδραστικοί στις καθεστωτικές διαταγές. Λέγεται μάλιστα πως μερικούς αιώνες πριν, είχαν αθετήσει εντολή να παλουκώσουν όλους τους ουγενότους της περιοχής, παλουκώνοντας μόνον ενενήντα εννέα αντιπαθητικούς τύπους που ενδεχομένως να ήσαν ουγενότοι. Ανάμεσα στους παλουκωμένους έτυχε να είναι η πεθερά του δήμαρχου και τέσσερις ακόμα πεθερές προεστών. Όμως κανείς δεν είχε την προνοητικότητα να παλουκώσει και την προπρογιαγιά του Νιχταξεπτάμπελγκερ με αποτέλεσμα ο εν λόγω δόκτορας να παραμένει ταμπουρωμένος στο σπίτι του και να υπερίπταται της γης κατά τρεις ολόκληρες ίντσες. Και έκαναν ένα ακόμα επείγον πλην μυστικό συμβούλιο δίχως να καλέσουν τον αιδεσιμότατο Και κατ΄ αρχάς συζήτησαν το θέμα της απουσίας των γυναικών τους τα βράδια. Οι γεροντότεροι ήσαν ευτυχείς και οι νεότεροι κάπως ενοχλημένοι. Κατόπιν έθεσαν το θέμα του δόκτορα και συμφώνησαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Με μία πρόχειρη εκτίμηση, κάθε προεστός μπορούσε άνετα να θυσιάσει από πέντε κολλήγους, σύνολον εξήντα τεμάχια. Ο δικολάβος έφτιαξε ένα πρόχειρο στρατηγικό σχέδιο και όλοι μαζί ενέκριναν την επίθεση στον πύργο του Νιχταξεπτάμπελγκερ. Και λίγο πριν τα μεσάνυχτα της 23ης προς 24η Μαΐου του 1935 μαζεύτηκαν οι προεστοί με τα εξήντα αναλώσιμα τσιράκια τους στην κεντρική πλατεία, και ήταν έτοιμοι για όλα. Καθώς πέρασαν από τον καθεδρικό, άκουσαν τις γυναίκες τους που προσεύχονταν καθώς και τη φωνή του αιδεσιμότατου που έψελνε. Και πήραν θάρρος γιατί ήξεραν πως έχουν το θεό μαζί τους. Και μόλις έφτασαν στη βαριά σιδερένια εξωτερική πόρτα του Νιχταξεπτάμπελγκερ, άναψαν τους πυρσούς που κρατούσαν οι κολλήγοι, και έσπρωξαν τους κολλήγους που έσπρωξαν την πόρτα μέχρι που υποχώρησε. Σε αυτή την επιχείρηση σκοτώθηκαν μόνο 4 τερμάχια και όλοι μαζί ευχαρίστησαν το θεό που ούτε ένας προεστός δεν τραυματίστηκε. Κατόπιν πλησίασαν την κεντρική είσοδο του πύργου, ανέβηκαν τα εικοσιτέσσερα σκαλοπάτια, έσπασαν την πόρτα και έστειλαν πρώτα ένα τεμάχιο για να διερευνήσει τα ενδότερα. Σύντομα άκουσαν το τρελό γέλιο του και σκιάχτηκαν. Πέρασε ώρα και το τεμάχιο συνέχισε να γελά μα δε γυρνούσε πίσω. Και έστειλαν άλλα δύο και τα αποτελέσματα ήταν ίδια κι΄ απαράλλαχτα. Και αποφάσισαν να στείλουν όλους μαζί τους αναλώσιμους, ώστε με τους αναμμένους πυρσούς να κάψουν τον πύργο της κολάσεως. Και ακούστηκαν γέλια από πενήντα έξι τεμάχια κολλήγων. Γέλια σπαρταριστά. Τέτοια ήταν τα δαιμόνια του δόκτορα. Τόσο επικίνδυνα που εκαναν τους κολλήγους να γελούν. Μα ευτυχώς, απ΄ το πολύ το γέλιο, δύο τουλάχιστον κολλήγοι παραπάτησαν και οι πυρσοί τους έπεσαν στο ξύλινο πάτωμα. Και σύντομα ο πύργος τυλίχτηκε στις φλόγες. Και ξάφνου, σαν από θαύμα, είδαν οι προεστοί τις γυναίκες τους, να βγαίνουν τρέχοντας απ΄ τον πύργο. Και ήταν όλες τους γυμνές και αναμαλλιασμένες. Πίσω τους ακολουθούσε ο αιδεσιμότατος, γυμνός και αυτός μ΄ ένα σεντόνι να καλύπτει τον τεράστιο ανδρισμό του, και πιο πίσω οι κολλήγοι που συνέχισαν να γελούν απρεπώς. Και από το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου, πήδηξε ο δόκτωρ Νιχταξεπτάμπελγερ μαζί με τρεις διαβολοσάτυρους, έτρεξε σ΄ ένα μαύρο Κάρμαν που είχε παρκαρισμένο δίπλα στην καστανιά λίγα μέτρα απ΄ το πηγάδι, γύρισε τη μανιβέλα, ξεκίνησε τη μηχανή και εξαφανίστηκε με ιλιγγιώδη ταχύτητα σαράντα χιλιομέτρων την ώρα στο πυκνό σκοτάδι του επαραπέρα δάσους. Και ήσαν όλοι όσοι βγήκαν απ΄ τον πύργο γυμνοί! Μα σαν εξαφανίστηκε ο διαβολικός δόκτορας με τα δαιμόνιά του, ο αιδεσιμότατος, τυλίχτηκε κάπως καλύτερα με το σεντόνι και άρχισε τις προσευχές. Και κάθε τόσο επαναλάμβανε δυνατά και αργά για να τον ακούσουν όλοι, τα παρακάτω λόγια: “Μόνο εσύ ξέρεις θεέ μου πως κατάφερε ο δαιμονισμένος να μεταφέρει εμένα το δούλο σου και τις τίμιες αυτές γυναίκες απ΄ το ναό στον πύργο του. Μόνο εσύ γνωρίζεις πανύψιστε πως κατάφερε να μας κλέψει τα ρούχα. Εμείς προσευχόμασταν και ξάφνου βρεθήκαμε στον κολασμένο τούτο τόπο δίχως τη θέλησή μας ύψιστε. Δοξασμένο τ΄ όνομά σου, κι΄ όποιος πει πως δε γίναν έτσι τα πράγματα, είναι καταραμένος και υπηρέτης του Νιχταξεπτάμπελγερ.” Και σταμάτησαν να γελούν οι κολλήγοι ενώ όλες μαζί οι γυναίκες κούρνιασαν στις αγκαλιές των αντρών τους που έκαναν το σταυρό τους και θαύμαζαν τον πύργο που καιγόταν. Κατόπιν, ο αιδεσιμότατος έδωσε την εντολή να παλουκώσουν όλους τους κολλήγους διότι πιθανόν να είχαν μολυνθεί απ΄ τα δαιμόνια του πύργου και έδωσε άφεση αμαρτιών στις γυναίκες που στο μεταξύ είχαν καλύψει τη γύμνια τους με τα πανωφόρια των ανδρών τους. Έτσι, σύσσωμο το τσούρμο των προεστών του Κλάινσταντ, έχοντας νικήσει τα δαιμόνια του δόκτορα, κίνησε το δρόμο της επιστροφής που οδηγούσε στις ενάρετες συζυγικές εστίες. Μα περνώντας απ΄ την εκκλησία, κατάλαβαν πως είχε γεμίσει δαιμόνια γιατί άκουσαν και πάλι τις προσευχές των γυναικών και τις ψαλμωδίες του αιδεσιμότατου. Και σκιάχτηκαν όλοι μαζί. Μα ευτυχώς, ο γενναίος αιδεσιμότατος κράτησε την ψυχραιμία του και πήγε μόνος και πάλεψε τα δαιμόνια. Και ακούστηκε ένας θεϊκός ήχος, κάτι σαν κλικ, και οι φωνές σταμάτησαν. Έτσι έγιναν τα πράγματα και το Κλάινσταντ επέστρεψε στους κανονικούς του ρυθμούς. Λίγο πριν φύγει για το Άουζβιτζ, ο αιδεσιμότατος χάρισε ένα μάγκνετοφον AEG μοντέλο Κ1 στο δήμαρχο αλλά κανείς δεν γνώριζε πως λειτουργεί και το πέταξαν στα σκουπίδια όταν, μετά από χρόνια, κυκλοφόρησε το πρώτο κασετόφωνο της ziemens. Όμως ο απαράδεκτος Δόκτορ Νιχταξεπτάμπελγκερ δεν βρέθηκε ποτέ και μπορεί ακόμα και σήμερα να κυκλοφορεί ανάμεσά μας. Γι΄ αυτό οι γυναίκες των προεστών του Κλάινσταντ έχουν πάντα μια πλεξούδα σκόρδο ανάμεσα στα σκέλια τους, για να τις προστατεύει απ΄ τα δαιμόνια.
Αυτά γράφει το λατινικό κείμενο που έχω στα χέρια μου και ελπίζω ο δαιμονισμένος αυτός δόκτωρ να έχει πεθάνει πριν πολλά πολλά χρόνια και να μην είναι υπεύθυνος για τις γυμνές γυναίκες που κάθε τόσο συλλαμβάνονται και προσπαθούν μ΄ ένα σεντόνι να κρύψουν τη γύμνια τους.
Τομάζο Παγώνης
Αυτά περίπου είχα ήδη καταγράψει στις επτά και δεκαοχτώ της εικοστής πρώτης Απριλίου του δύο χιλιάδες και τρία. Κατόπιν γύρισα στο σπίτι μου, στην οδό Στησημόνου 1 στον πρώτο όροφο πάνω απ΄ το μίνι μάρκετ, μου έφτιαξα καφέ και στις οκτώ και είκοσι δύο περίπου άρχισα να διαβάζω το γραπτό μου. Στις οκτώ και τριάντα τέσσερα ακριβώς, το απέρριψα και το έριξα στον κάλαθο των αχρήστων αφού πρώτα το τσαλάκωσα συμβολικά πλην βίαια. Διότι εκείνη την εποχή δεν είχα χρήματα για καταστροφέα εγγράφων και απλώς τσαλάκωνα τα άχρηστα χαρτιά πριν τα πετάξω. Όμως ο ύπουλος και ραδιούργος δόκτορ απαράδεκτος, παρότι τσαλακωμένος με τον πλέον επίσημο τρόπο, περίμενε να βραδιάσει για τα καλά, και βγήκε χωρίς την άδειά μου απ΄ τα σκουπίδια. Λίγες μέρες αργότερα έφτιαξε το πρώτο του μπλογκ με τίτλο Dr Nichtakzeptabel and the city. Έκτοτε πιστεύει πως είναι αληθινός, πως υπάρχει δηλαδή, και μπλέκεται στα πόδια μου χωρίς αιδώ ο υπερήληξ. Περισσότερο απ΄ όλα με ενοχλεί που όταν φτιάχνω γεμιστά τρώει όλες τις ντομάτες και μου αφήνει τις πιπεριές.