Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

το έσχατο ντολμαδάκι


όταν η ακανόνιστη μου ζήτησε να συμμετάσχω σ΄ ένα μπλογκοπαίχνιδο (εκ των αγριοτέρων του  είδους) σχέσιν έχον με τα πολυ-αγαπημένα μου ντολμαδάκια, ένιωσα κατ΄ αρχάς τιμή, κατόπιν δε  ένα βάρος στο στομάχι.  ήτανε άραγες τα ντολμαδάκια πούφαγα για να εμπνευστώ;  (andra mi enepe, dolma politropon).  ρε μπας και ήτανε που ως σοβαρός αρθογράφος γνώριζα το αντίχτυπο  όσων γράφω στην κοινωνία και αγχώθηκα;  δεν γνωρίζω.  την λεπτομέρεια θα αποσαφηνίσουν οι ιστορικοί του μέλλοντος καθώς και οι συγγραφείς της αυτοβιογραφίας μου.  όπως και νάχει αποφάσισα να συγγράψω αριστούργημα και να της το πετάξω – της ακανόνιστης – στα μούτρα. 


λάβετε φάγετε λοιπόν, και δώτε τοις πεινώσι ... ντολμαδάκια


ο μιμιήτα (μ.μ.η. = ο μικρός μας ήρωας) γεννήθηκε ένα δροσερό φθινοπωρινό πρωινό και ήταν ένα από τα δεκάδες μικρά και νόστιμα ντολμαδάκια, που είχε φτιάξει η κυραμελπωμένη για το καμάρι της τον θρασύβουλο που η ίδια  φώναζε θράσο ενώ οι υπόλοιποι κάτοικοι του  χωριού, απλώς χοντρό ή μουρόχαβλο.  

όση ώρα έφτιαχνε τα διάσημα ντολμαδάκια της,  η κυραμελπωμένη, τραγουδούσε και έλεγε ευχούλες.   καθώς εξήγησε στην κυραμαριγούλα - που είχε έρθει από νωρίς για να τη βοηθήσει  να κουτσομπολέψουν -, “όταν ζυμώνς ψουμί να λες προσευχούλς, μόνο έτσ φουσκώνιει.  όταν τυλίγς ντουλμαδάκια να τραγδάς και να δίνεις ευχούλς.  μόνο έτσι γίνουνται νόστιμα κιαφράτα”.

και είναι σόλους γνωστό πως η τέχνη της κυραμελπωμένης στο τύλιγμα είναι αξεπέραστη.  έτσι, το ντολμαδάκι της τραγικής μας ιστορίας έγινε ένα πανέμορφο ντολμαδάκι, ξεχωριστά πανομοιότυπο με τα δεκάδες άλλα που ξεκουράζονταν στην πχιατέλα της μελπωμένης που ήταν η μόνη – πχιατέλα – που είχε διασωθεί απ΄ την προίκα της.   όλες οι άλλες είχαν σπάσει στο σεισμό του ογδονταένα και μία – νομίζω εκείνη με τη “βασιλομήτωρ” - στο μεγάλο καβγά, τότε που έπχιασε τον μπροκομένο τον άντρα της να κάνει τα γλυκά μάτια στη θέκλα τη θυγατέρα της παγώνας.

οι πρώτες δύο ώρες της ζωής του μικρού μας ήρωα, δηλαδή του μιμιήτα, ήταν μαγευτικές.   είχε ξαπλώσει την κορμάρα του στην προικώα πχιατέλα μαζί με τα συντρόφια του, και η μελπωμένη τους σκέπασε με μια άσπρη - σχεδόν καθαρή -  πετσέτα,  προφανώς για να μη κρυώσουν ένεκα που ήταν φθινόπωρο.   δε πέρασαν δέκα λεπτά και ο μιμιήτα νανούριζε τον εαυτό του, “..ύπνε που παίρνεις το ντολμά, πάρε και με το μπούστη...” μέχρι που αποκοιμήθηκε στις αγκάλες της πχιατέλας που συμβολικά θα ονομάσω μορφέα.

όμως η ευτυχία του μιμιήτα δεν κράτησε πολύ.   δυστυχώς ο θράσος γύρισε απ΄ το σχολείο και ήταν πειναζμένος.  και δε φτάνει που πεινούσε σαμπούστης, έκανε και θόρυβο με αποτέλεζμα να ξυπνήσει όχι μόνο ο μιμιήτα αλλά και τα συντρόφχια του.

ο θράσος κάθισε στο τραπέζι, η μελπωμένη ξεσκέπασε τα ντολμαδάκια που είχαν μεν ξυπνήσει αλλά αναπαύονταν ακόμα στις αγκάλες του μορφέα και ... ξεκίνησε το μακελειό.

ο μακελάρης πεινάλας που η μάνα του φώναζε θράσο και οι υπόλοιποι του χωριού κάτοικοι απλώς χοντρό ή και χοντρομαλάκα ενίοτε, έπχιασε ένα ντολμαδάκι με τα βρωμόχερά του, και το διαμέλισε στα δύο, τουλάχιστον.  τα σπλάχνα του ξεσκίστηκαν και μερικά όργανα – άσπρα σα βραζμένο ρύζι ήτανε τα σωθικά του – έπεσαν στο τραπέζι.  ο στυγερός δολοφόνος οδήγησε το ένα κομμάτι – νομίζω αυτό με το κεφάλι – στο στόμα του και το άλλο άρχισε να το σφίγγει στα δάχτυλα μέχρι που το πολτοποίησε και το πέταξε στα σκουπίδια.   όλα τα ντολμαδάκια, του μιμιήτα εξαιρουμένου, χέστηκαν απ΄ το φόβο τους και η καρδγιά ενός λουκάνικου που τυχαία παρευρέθη στον τόπο του φονικού, ράγισε.  τότε ο στυγερός δολοφόνος με τη μεγάλη κοιλιά σηκώθηκε απ΄ το τραπέζι και άρχισε να φωνάζει στη τη μάνα του.  “δε σούπα μαρή μάναμ που τα σιχαίνουμαι τα ντουλμαδάκια;  σύρε να μου πάρς  πέντε σουβλάκια να τα τσακίσου!”   

ένα κύμα ανακούφισης, μια ακατάσχετη αισιοδοξία ένα πράμα,  πλημμύρισε τα μικρά πράσινα πλασματάκια.   δεν τα πείραζε που κάποιο άτυχο πλάζμα θα έβρισκε φρικαλέο τέλος αντ΄ αυτών.  μόνο σκέφτονταν τη πάρτι τους.   αλλά έτσι είναι η πουτάνα η κενωνία.  πχοιος τον χέζει τον άλλονε σε τέτχοιες στιγμές;  “μωρέ ας το κόψει φέτες, ας το ξεσκίσει και ας το φάει ζωντανό το γαμωσούβλακο.  εμάς να αφήσει ήσυχους και χεστήκαμε  για τους άλλοι.  τέτχοια ώρα τέτχοια λόγια”  έτσι είπε το σοφότερο απ΄ τα ντολμαδάκια και όλα τα άλλα, εχτός του μιμιήτα που σιώπούσε με νόημα, συμφώνησαν.

όμως οι στιγμές της ευτυχίας δε γκράτησαν πολύ.  η κυρά μελπωμένη, έπχιασε το χοντρομαλάκα το κανακάρη της απ΄ το αφτί, τον κάθισε με το ζόρι στο τραπέζι και του είπε.  “ή τα τρως αυτούνα ή μένιεις νιηστικός”  έτσι είπε η ανάλγητη και έδειξε τα αθώα ντολμαδάκια που ξαναχέστηκαν πάνω τους.   μόνο ο μιμιήτα παρέμεινε ψύχραιμος.  όλα τάλλα πάθανε ταράκουλο και ντιλίριουμ τρέμενς. 

και τότε  ο φονιάς, φοβούμενος μη μείνει νηστικός,  έπχιασε πέντε άκακα ντολμαδάκια και τα έχωσε στον αδηφάγο καταπιόνα του.    με εμπάθεια και μίσος άρχισε να ανοιγοκλείνει τους φονικούς του σιαγόνες, αφήνοντας το μαρτύριο και την αγωνία των μαρτύρων της σύνθλιψης σε κοινή θέα.  σάλια και εντόσθια ντολμαδακίων κυλούσαν απ΄ τα στυγερά χείλη του θράσου και ένα ντολμαδάκι που ήταν ακόμα στη πχιατέλα που τη λέγαν μορφέα κιτρίνισε απ΄ το φόβο του.   ο χοντρός με τα φονικά ένστικτα πρόσεξε αμέσως το χλεπονιάρικο, το έπχιασε στα βρωμόχερά του και άρχισε να του ξεσκίζει τις σάρκες με κάτι γαμψά και λερά νύχια που φύτρωναν στις άκρες των δαχτύλων του.

“μαρή μάνα τούτου δω του αμπελόφυλλου ήτουνε κιτρινισμένου¨  έτσι είπε και εξεσφενδόνισε το άτυχο ντολμαδάκι που προσγειώθηκε στον απένταντι τοίχο με ένα υπόκωφο “πλαααφφφφ!”.   έτσι το θύμα  άφησε τη τελευταία του πνοή σε ξένο τοίχο, μακριά απ΄ τα συντρόφχια, και τα σωθικά του διασκορπίστηκαν στο δωμάτιο του τρόμου.

ο μικρός μας ήρωας, ο μιμιήτα ντες,  τα πήρε στο κρανίο και άρχισε να φωνάζει.  “εμένα φάε ρε χοντρό αρχίδιιιιι.  εμένα φάε αν σου βαστάει ρε σκατόσακκε!” 

όμως ο θράσος δεν γνώριζε την ντολμαδιακή – σάπμπως γνώριζε και καμιά γλώσσα εκτός της μοσχαρίσιας με πατάτες; -  και δεν κατάλαβε χριστό.   έπχιασε με τα φονικά του χέργια δέκα ακόμα ντολμαδάκια τα πολτοποίησε και τα έχωσε στη καταβόθρα του δίχως οίκτο, δίχως συναίσθημα.  μετά ήπχιε  δύο ποτήρια από ένα υγρό με μπουρμπουλήθρες, ρεύτηκε κι έπχιασε άλλα δέκα θύματα τα οποία ξέσκισε με τον ίδιο τρόπο ακριβώς.  ο κανίβαλος!  

πέρασαν τέσσερα λεπτά δεκατέσσερα δευτερα και δύο δέκατα και τώρα πχια, η πχιατέλα που τη λέγαν μορφέα,  είχε σχεδόν αδγειάσει.  μόνο ο μιμιήτα και ένα γενναίο αδερφάκι του είχαν ξεμείνει.

ο μιμιήτα, γεμάτος αυτοπεποίθηση και θάρρος παρακαλούσε τον άγιο ευτέρπιο - που ως γνωστόν είναι προστάτης των ντολμαδακίων - να φωτίσει το χοντρόκανίβαλο να δγιαλέξει πρώτα εκείνον μπας και τη γλιτώσει ο άλλος.  τέτοια αυτοθυσία και τέτχοιο αλτρουιζμό επέδειξε ο ήρως που τον λέγαν μιμιήτα. 

όμως ο χοντρός έπχιασε το προτελευταίο ντολμαδάκι, που δεν ήταν αυτό που ήθελε ο μιμιήτα αλλά   ήταν δυστυχώς το άλλο.   και το κατάπχιε χωρίς να το μασήσει.   έτσι το άτυχο ντολμαδάκι  κατρακύλησε ζωντανό μέσα σε από ένα σκοτεινό σωλήνα μέχρι που έφτασε σ΄ ένα – επίσης σκοτεινό - χώρο που έμοιαζε με πεδίο μάχης όπου κάπχοιος είχε αφήσει δεκάδες πτώματα φρεσκοσκωτομένων ντολμαδακίων.

εν συνεχεία, ο χοντροκανίβαλος, έπχιασε με το δεξί του χέρι τον μιμιήτα – εδώ, χάρη στην τεχνολογία πατάμε το κουμπάκι σλόου και απολαμβάνουμε την αργή κίνηση – τον σήκωσε απ΄την πχιατέλα ονόματι μορφέας και τον οδήγησε στο δολοφονικό του στόμα.  με βουλιμία τον εναπόθεσε στη γλώσσα του και δίχως συμπόνοια το έσυρε μέσα και έκλεισε τους φοβερούς  σιαγώνες με αποτέλεζμα να σκοτεινιάσει.  ο μιμιήτα ήταν πλέον στο σκοτάδι, ένα βήμα πριν το θάνατο,  μα και ένα μόνο βήμα πριν την τελική εγκδίκηση.  ο χοντρός έπαιξε λίγο με το θύμα του, το θώπευσε με τη γλώσσα κολλώντας το στον ουρανίσκο και με μία ξαφνική κίνηση,....


εδώ είμαι αναγκαζμένος να  διακόψω την ροή της αφήγησης για να κάνω ένα φλας μπακ. 

κατά τη διάρκεια της δημιουργίας των άτυχων ντολμαδακίων, η κυρά μελπωμένη, θέλησε να δείξει κάτι στη κυρά μαριγούλα.  κάτι πολύτιμο που το είχε πάντα καρφιτσωμένο στο μέσα μέρος του τεράστιου βυζοδέτη της.  ήταν μια φωτογραφία του μπραντ πιτ πχιαζμένη με παραμάνα στη δεξιά βυζοθήκη με  τρόπο ούτως ώστε το στόμα του άτυχου πιτ να θηλάζει τη ζαρωμένη θηλή.  έλεγα λοιπόν πως  η κυρά μελπωμένη, έβγαλε προσεχτικά – μα όχι και τόσο καθώς φαίνεται – την παραμάνα και τη στιγμή που ήταν έτοιμη να δείξει τη φωτογραφία στη μαριγούλα, κατά λάθος τρύπησε το βυζί της  και έσκουξε. “παναγιά μου!  μι δάγκουσε του κάθαρμα ου πιτ!”.  Απ΄ τη τρομάρα της, της έπεσε η παραμάνα, μα  όσο κι΄ αν έψαξαν δε τη βρήκαν ποτέ.  

ήδη, οι εκ των αναγνωστών νοήμονες πιθανόν να αντελήφθησαν πως ο θεός αγαπά το χοντρό μα αγαπά και τα ντολμαδάκια.   η παραμάνα, ανοιχτή και σκουργιαζμένη, σκέτο φονικό όπλο, είχε κρυφτεί στα σωθικά του μιμιήτα, έτοιμη να εγκδικηθεί το χαμό των συντρόφχιων.


...και με μια ξαφνική κίνηση το κύλησε προς τη δεξιά συστοιχία οδόντων την οποία και έκλεισε με φόρα για να το ξεφυτιλίσει και να το συνθλίψει.  όμως ο μιμιήτα, με μια στραπιαία κίνηση, έβαλε την παραμάνα στη σωστή θέση και του έσπασε τον άνω δεξιά τραπεζίτη ανακράζων: “κάτω η δεξιά, κάτω το κεφάλαιο!”    η παραμάνα είχε  πλέον καρφωθεί βαθιά στα ούλα του δολοφόνου χωρίς να παραλείψει να περάσει μέσα απ΄ το νεύρο του οδόντος και δε σταμάτησε παρά μόνο όταν κατάφερε να πληγώσει και τα οστά της άνω γνάθου.

“μανούλα, μανούυλιίτσα μου” κλαψούριζε ο γεμάτος αίματα χοντροκανίβαλος πριν λιποθυμήσει και ο μικρός μας ήρωας ο μιμιήτα, άφησε την τελευταία του ηρωική πνοή μέσα σ΄ ένα βρωμερό τοπίο γεμάτο τερηδόνα, ουλίτιδα και υπολείμματά διαμελισμένων ντολμαδακίων.


λίγο αργότερα, και ενώ ο χοντρός δεχόταν τις πρώτες βοήθειες  στο ιατρικό κέντρο του διπλανού χωριού, μια τυχαία κάμερα ενός τολμηρού ρεπόρτερ έκανε ένα τρελό ταξίδι.   πέρασε απ΄ τον οισοφάγο του χοντρού, έφτασε στο βρωμερό στομάχι και ζουμάρισε στο εγκδικητηκό χαμόγελο ενός τρελού ντολμαδακίου που λουζμένο στομαχικά υγρά ορκιζόταν στα ρύζια και στα αμπελόφυλλα των συντρόφχιων του  ΕΓΚΔΙΚΗΣΗ!


...... το εμπνευσμένο αριστούργημα  “το έσχατο ντολμαδάκι νο2”, ... σύντομα στις οθόνες σας.


19 σχόλια:

  1. Πάω να βάλω μία ουισκάρα... να το απολαύσω με την ησυχία μου....
    Σχόλιο... μετά....
    :-)))))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Είσαι.... μουρλός!!!!!!
    Αλλά.... υπέροχος μουρλος....
    Χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα
    (δεν μιλάει το ποτό... ακόμα..)
    Εδωσες dr... μία άλλη ντολμαδοδιάσταση... και για αυτό
    αξίζεις... τα μάλα!!!!!!!!!!
    Υποκλίνομαι... στο απεριόριστο ντολμαδοταλέντο... και ευχαριστώωωωωωωωω που βρήκες χρόνο!!!!!!

    Αιώνια Ντολμαδοΰποχρεωμένη....
    (δεν μπορώ να σταματήσω να γελάω.... χαχαχαχαχαχαχαχαχαχα)

    Υψιλον Γάμα... σήμερα.. το είχα ανάγκη το ντολμαδάκιον... να είσαι καλά ωρε!!!!!!!!!
    Πολλά Ντολμαδοφιλιά!!!!!!!
    Χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Άλλαξα γνώμη! θέλω να παίξω το ντολμαδάκι παρακαλώ!ελπίζω να προλαβαίνω,ε;
    Έχω πεθάνει στο γέλιο και έχω καταζηλέψει επίσης το ταλέντο και την έμπνευσή σου γιατρέ.Υπέροχο κείμενο, δεν ξέρω τι να πω..εντάξει.Δεν παίζεσαι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. ΦΙΛΕ ΔΟΚΤΩΡΑ, ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ
    ΤΑ ΝΤΟΛΜΑΔΑΚΙΑ, ΠΕΣ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΜΕΛΠΩ-
    ΜΕΝΗΣ ΝΑ ΤΑ ΦΤΙΑΞΕΙ ΜΕ ΛΑΧΑΝΟ! ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΥΣ... ΝΤΟΛΜΑΔΕΣ ΟΧΙ... ΓΙΑΛΑΝΤΖΙ! ΠΡΟΤΙΜΗΤΕΑ ΤΑ ΛΑΧΑΝΑΚΙΑ
    ... ΒΡΥΞΕΛΛΩΝ, ΩΣΤΕ ΤΑ ΝΤΟΛΜΑΔΑΚΙΑ ΝΑ 'ΝΑΙ "ΜΠΟΥΚΙΕΣ"... ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΙΟ!
    ΤΗ ΞΕΡΕΙΣ... ΤΗ ΣΥΝΤΑΓΗ...

    ΚΑΛΟ ΣΟΥ ΒΡΑΔΥ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Εγκλημα και τιμωρία του Φαταούλα!Γιατι΄βλέπω παντού Ρουσόπουλο;Χα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. @ακανόνιστη
    ώστε γελάς με το πόνο του ντολμά;
    ανάλγητη είσαι ω ακανόνιστη

    @αποτέτοιος
    και τα δικά μου

    @kleine
    να σε δω ντυμένη ντολμαδάκι, και τι στον κόζμο...

    @μοναχικός πλην καβαλάρης
    τα λαχανάκια βρυξελλών,.... μόνο γιαλαντζί τους κάνουν τους ντολμάδες των βρυξελλών

    @vad
    μη σε ανησυχεί αυτό με το ρουσόπουλο
    υπάρχει επιδημία ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Θα ξυπνήσει η κυραντριάνα απ΄τα γέλια που κάνω και θα μου πετάξει καμμιά πχιατέλα απ΄το δίπλα μπαλκόνι...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. έχω ντυθεί κότα, στο ντολμαδάκι θα κολλήσω; τςςςς...
    ;))))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. χαίρομαι που το διάβασα σήμερα, παραμονή της εθνικής εορτής!
    ο ηρωισμός, η αυτοθυσία, η γενναιότητα, αφενός,
    η βία, το σεξ, η νοθεία από την άλλη
    ω, ναι!
    πραγματικά καταπληκτικό...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. θέλω και μιενα να μι κανετε ντολμαντακι...θελω να τυλιχτω σενα μαρουλοφυλλο σφιχτα σφιχτα,να μη μπορει κανεις παλιοπουστης να με πειραξει...μόνο μα μι αφήσετε δοχτορι μ ενα φερμουαρι..να εκατουρω η δολια..
    μετα τιμής και αυγολέμονου
    Σεισαχθεια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Εντελώς διαπλεκόμενο το ντολμαδάκι σου κυρ Απαράδεχτε.
    Γουστάρω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. σεισάχθεια,
    επιτέλους! είστε εδώ; που είστε τι κάνετε; δώσατε σημείο ζωής!

    (μας έχετε λείψει πάντως..)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. ΛΟΙΠΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΝ...(ΒΑΘΙΑ ΑΝΑΣΑ!!!)
    Νασευχαριστήσωπολύπουμεέκανεςναμαζεύωτημάσκαραμετοχαρτομάντηλοκαινακρατάωτην κοιλιάμουαπταγέλια.Ημαστούνετυχεροίπουδενείμαστεντολμαδάκιαστηνπχιατέλα,αν καιστηνπχιατέλατηςζωήςκανείςδενξέρειτιείναικαιποιόςθατονφάει.Σημασίαέχειναυπάρχειπαραμάναστοβυζοδέτηηηηηηηηηη.
    ΟΥΥΥΥΥΦ!ΕΙΔΕΣ ΠΟΣΑ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΠΩ ΜΕ ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ??
    ΧΙΧΙΧΙΙΧΙ
    ΜΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΤΣ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. Αναλαμβανετε να μου φερετε εσεις φαγητο τωρα που πεινασα?Ε? Ε??

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  15. amάν πια αυτό το ντολμαδάκι! στο στομάχι και στην οθόνη μου κάθησε!

    πού εξαφανστήκατε ντόκτορ μας;
    σας αποζητούν οι πάντες! μεταξύ των πάντων κι εγώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  16. ...οκ! ΟΚ!
    βάλτε μου απουσία....

    ... μη λείψω λίγο σαν άνθρωπος και γω...
    μμμμμ!

    επιστρέφω δριμύτερότερος....

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Χωρίς αιδώ, ρίχτο εδώ!
(... το σχόλιο, τί άλλο;)