Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

θηλαστικά νο1


Ήταν ακριβώς γύρω στα χίλιαεννιακόσιατόσο και σχεδόν υπηρετούσα τη θητεία μου στο ναυτικό, ... σαν οδηγός αυτοκινήτων. Μια αγγαρεία που μου είχε αναθέσει η μαμά πατρίς ήταν η μεταφορά της αλληλογραφίας μαζί με τον στρατεύσιμο ταχυδρόμο υπηρεσίας.
Ο ταχυδρόμος, ένας μικροκαμωμένος τύπος με καράφλα στα 22 του ήταν, είχε τη μανία να πειράζει κοπέλες στο δρόμο. Στην αρχή τα πειράγματά του ήταν κάτι χαζο-περίεργα του στυλ “ζαχαροπλάστης ηταν ο μπαμπάς σου;”, “είχε γκεφια ο θεόζ¨, “τι κάνει μια κοπέλα σαν και ζένα ζ΄ ένα μέρος σαν αυτό;¨, και τα τοιαύτα... Μα όσο δε του έδιναν σημασία, γινόταν προσβλητικός.

Και επειδή οι “δικές” μας τον είχαν στο φτύσιμο, ο ταχυδρόμος το έφερε βαρέως που δε μιλούσε “ξένα” μπας και ρίξει καμιά τουρίστρια.
“Ρε το μαλάκα,... να μη μάθω ξένα... Κοίτα πόσες κουκλάρες ήρθανε φέτος! Και σίγουρα κάτι γυρεύουν αυτές. Εσύ ρε οδηγέ που είσαι και γραμματιζούμενος γιατί λες πως έρχονται στην Ελλάδα;.”
“Μήπως να δουν κανένα μουσείο;” Τόλμησα να υποθέσω.
“Σιγά ρε μαλάκα μη χάνουν το χρόνο τους στα μουσεία. Εσύ αν είχες τέτοιες βυζάρες στα μουσεία θα πήγαινες; Για να πηδηχτούν ήρθαν ρε άσχετεεε.”
“Τώρα που το λες, μάλλον κανένα καραφλό κοντοστούπη που υπηρετεί τη θητεία του θα ψάχνουν. Κανένα βρομύλο ταχυδρόμο γυρεύουν. Δίκιο έχεις”..
“Α ρε οδηγέ, είσαι τελείως άσχετος είσαι. Αυτές γουστάρουν που είμαστε μεσογειακοί ρε. Όχι σαν τους κρυόμπλαστρους τους βόρειους. Όλες τους το γουστάρουν το κοκό, μόνο οι μαλακιζμένες οι δικές μας το παίζουν ψηλομύτες.”
Κάπως έτσι περνούσα τα πρωινά μου μέχρι που ένα πρωί μπήκε στο αυτοκίνητο με μια περίεργη λάμψη στο μάτι, ένα μολύβι στο 'να χέρι και ένα χαρτί στο άλλο. Και αντί να πειράζει τις κοπέλες βάλθηκε να μάθει “ξένα”. Σ΄ όλη τη διαδρομή με ρωτούσε.
-”Πως λένε το “καλή” ρε μαλάκα; κού-ντ, ..με γκού; Εντάξει, άκουσα δεν είμαι κουφός... γκού ν τ. Το “μέρα”; ντέεε-ι. Το “κορίτσι”; γκέεεε-ρλ. Πώπω, είναι γλωσοδέτης είναι. Άντε να τα μάθεις. Το “πώς”; χάαα- ου. Αυτό είναι εύκολο. Χάου χάου χάου. Το “από”; φρ-όοομ. Φρομ Φρόμ. Πλάκα έχει. Το “εδώ”; χί-αρ. Χμ! Σχεδόν τελειώσαμε. Κρίμα που δεν τα' χα μάθει τόσο καιρό. Το “πρωί”; Φτου! Κι΄ αυτό γλωσσοδέτης είναι. Μό-ρνικ. Γκου, εντάξει με νού και γκού. Μόοοοο-ρνινκ.”
Προσηλώθηκε στο χαρτί του και μελετούσε τα ξένα. Θαύμασα το πείσμα του και προσπάθησα να του μάθω μερικές λέξεις ακόμα, ενδεχομένως πιο χρήσιμες σε αρχάριο, αλλά με έβαλε στη θέση μου. “'Ασε ρε οδηγέ, που θα μας μάθεις γράμματα. Ανέραστε! ...”
Είχαμε σχεδόν φτάσει στον προορισμό μας, και μετά την απαραίτητη στάση στο σαντουιτσάτδικο, θα πηγαίναμε να παραλάβουμε την αλληλογραφία για να υπηρετήσουμε την πατρίδα. Μόλις κατεβήκαμε απ΄ το υπηρεσιακό φορτηγάκι φορώντας στολές αγγαρείας και κουρεμένοι κατοχικά, είδαμε να πλησιάζει ένα σακίδιο πλαισιωμένο από ξανθά μαλλιά. Το σακίδιο ξεκουράζονταν στους ώμους κάποιας Χέλγκας με μεγάλα βυζιά. Τόσο μεγάλα που θαρρώ πως αυτά έστριψαν πρώτα τη γωνία, ακολούθησε η Χέλγκα και μετά το σακίδιο.
Ο ταχυδρόμος υπηρεσίας την πλησίασε με θάρρος και με άπταιστη ελληνοπρεπή προφορά είπε:
“Κούντ ντέι γκίρλ. Χάου φρομ χίαρ μόρνινκ μόρνινκ;¨
Η Χέλγκα κάτι έβρισε στα γερμανικά και του γύρισε τον γερμανικό της κώλο, ουχί με νόημα αλλά με περιφρόνηση πλέρια για τον μαγεμένο και ουχί μαγικό αυλό του ταχυδρόμου.
Τσαντισμένος αυτός, κάτι είπε για τη θεία της Χέλγκα και παράγγειλε ένα τόστ με μπέικον, ζαμπόν, λουκάνικο και σαλάμι, παραπονέθηκε που δεν είχαν σύγκλινο και μετά τα έβαλε μαζί μου.
“Μαλάκα οδηγέ, δε μου τα είπες καλά. Ρε ξέρεις ξένα ή μου 'μαθες κορακίστικα; Γιατί ξίνισε τα μούτρα της η γκόμενα ρε; Αφού ήρθε για να πηδηχτεί ήρθε.”
“Παπάρα ταχυδρόμε” του είπα προσπαθώντας να συγκρατήσω το ακατάσχετο γέλιο “καλά τα είπες και παρατρίχα θα την την έκοβες τη γκόμενα, αλλά τα είπες αγγλικά κι΄ αυτή ήταν Γερμανίδα. Λέξη δε κατάλαβε... “
“Ώ ρε πούστη μου! Έπεσα σε αμόρφωτη. Ούτε αγγλικά δε μιλούσε η πατσαβούρα! Πόσες γλώσσες πρέπει να μιλάω ο άντρας;”
“Καμιά δεκαριά φτάνουν και περισεύουν. Γράφε” τον διέταξα.. “Γκούντεν μόργκεν φροουλάιν”
“Ρε άει και πηδήξου!”, μου είπε, και με αποστόμωσε.
Και ενώ μούλιαζε το σάντουιτς σε μισό κιλό μουστάρδα, είδε μια ιθαγενή κοπελιά, μαυριδερή και κοντοπόδαρη, που ερχόταν βουρ στο σαντουιτσάδικο. Με συνοπτικές διαδικασίες τούρθε η έμπνευση, ξανα-γυάλισε το μάτι του, την πλησίασε και είπε: “Είσαι κουκλάρα είσαι. Και πάνω απ΄ όλα είσαι δικιά μας είσαι. Τις βαρέθηκα τις ξένες. Δεν τη μπορώ τη ξενιτειά. Δε θέλω να με πάρει μαζί της η κάθε ξένη και να χαίρεται την κορμάρα μου. Εδώ διψάει ο τόπος μας αλλού θα πάω να ποτίσω; Θέλω να σε παντρευτώ θέλω. Τι ώρα θα 'ναι ο πατέρας σου σπίτι να ζητήσω το μανούλι σε γάμο ;”
“Γύρω στις επτάμιση είναι καλά;”
Ο ταχυδρόμος έμεινε κάγκελο.
“Μένω πετράλωνα σούτσου δεκατέσερα τρίτος όροφος.” συνέχισε ακάθεκτη. “Το κουδούνι γράφει Πετρίδου και με λένε Μαρίκα. Μην αργήσεις γιατί στις οκτώ γυρνάει ο άντρας μου και θέλω να του κάνω έκπληξη να γελάσουμε. Έλειπε στο εξωτερικό κι΄ έχει καιρό να δει μαλάκα.”
Ο ταχυδρόμος έμεινε μαλάκας να την κοιτάζει και να μη το πιστεύει. Τότε η κοπελιά γύρισε σε μένα, με κοίταξε σοβαρά και είπε: “Παίρνει τίποτα για την περιπτωσάρα του ή το έχετε αφήσει αβοήθητο;”
Μόλις έφυγε η κοπελιά, ο ταχυδρόμος με κοίταξε στα μάτια παρακλητικά και μου είπε “Μαλάκα οδηγέ, κουβέντα για την καριόλα σε κανένα. Στην αντρική σου τιμή μαλάκα μου. Εντάξει;”
Κατόπιν τούτου, μου εξήγησε πως όλες οι γυναίκες είναι πουτάνες, μετά έπαθε ανορεξία έπαθε, ύστερα το μετάνοιωσε και μου είπε πως δεν είναι όλες πουτάνες διότι υπάρχουν και μερικές που είναι καριόλες, και στο μεταξύ δύο και μόνο δύο σαντουτσάρες έφαγε, μα αργά το βράδυ αισθάνθηκε καλύτερα κι΄ έφαγε σχεδόν ένα βόδι το γουρούνι, και την άλλη μέρα το πρωί άνοιξε το παράθυρο του αυτοκινήτου και στην πρώτη κοπέλα που είδε στο δρόμο, φώναξε... “Μωρή ουστ. Πατσαβούρα! Άει να πλύνεις κάνα πχιάτο, μόρνικ μόρνικ!” και μόλις έκλεισε το παράθυρο μου εξήγησε πως “αφού δεν ήταν σπίτι της και γύρναγε στους δρόμους σίγουρα ήταν τσουλί και έψαχνε να πηδηχτεί.”

Τον ταχυδρόμο τον ξανασυνάντησα πολλές φορές. Άλλοτε τον λέγαν Μήτσο, άλλοτε Σούλη και ενίοτε Θράσο. Συχνάζει σε πλατείες και καφετέριες κάνει καμάκι αμετροεπώς και μισεί όλες τις γυναίκες αλλά το δείχνει μόνο σε όσες δε θέλουν να τον πηδήξουν, δηλαδή σε όλες εκτός από τη γυναίκα του που και αυτή τη μισεί αλλά δεν την πηδάει εκείνος.

6 σχόλια:

  1. Δόκτωρα ...τελείως Απαράδεχτε!!!
    Το πόσο απόλαυσα την ιστορία σου δεν μπορείς να φανταστείς.
    Και τούτο γιατί για 17 χρόνια περίπου εργάστηκα σε ξενοδοχεία τον ταχυδρόμο αυτόν το συνάντησα πολλές μα πάρα πολλές φορές.
    Το χιούμορ σου απαράδεχτο μεν λίαν αξιόλογο δε.
    Να σαι καλά ρε Δόχτωρα κι αν χρειαστείς δόκτωρα σφύρα μου
    Έκανα μέχρι και το τρίτο έτος στην ιατρική Αθηνών πολυυυυυ πριν γεννηθείς εσύ φαντάζομαι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. αγαπητέ Χριστόφορε,

    οτι χρειάζομαι ιατρό και δόχτωρα είναι φανερό.

    ότι είμαι απαράδεχτος το λέει και το όνομα (ως αντίδοτο έχω το url που λέει signomin esfala)

    όμως ο τύπος της ιστορίας (που στο μεγαλύτερο μέρος της είναι αληθινή) είναι ακόμα πιο απαράδεχτος ...

    σ΄ ευχαριστώ για την επίσκεψη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. οδηγ'ος αυτοκινήτου στο Ναυτικο;;;Κατι σαν λοστρόμος στα....Τεθωρακισμενα;;;:)))
    -καλά, από κατακτητες σαν το δικό σου,δοξα τω θεώ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. ναι ναι. οδηγός αυτοκινήτων στο ναυτικό. ...

    τι να πεις!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ναυτάκι?!
    Ξέρεις επειδή στην οικογένεια έχουν υπηρετήσει και υπηρετεί όλος ο ανδρικός πληθυσμός,νομίζω πως και γω έχω υπηρετήσει εκεί...
    Τι κληρουχία είσαι? Εγώ 80 Δ!!! Δεν είσαι κληρούχας μου...γιος μου πρέπει νάσαι! :))
    Τους διαλόγους με τον Μπούρτζο ταχυδρόμο τους Απόλαυσα!
    Ξέρεις... τον έχω πια αθωώσει τον φουκαρά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. 84Β αλλά πήγα καθυστερημένος (όπως πάντα...)

    όπερ! κληρούχας...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Χωρίς αιδώ, ρίχτο εδώ!
(... το σχόλιο, τί άλλο;)