Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

Παραμύθι δίχως λύτρωση


Ήταν κάποτε ένα μαγικό κάδρο φτιαγμένο από φτηνά καυσόξυλα γιατί μόνο τα καυσόξυλα μπορούσαν τις φλόγες της ψυχής του να αντέξουν. Και, ποτέ του δεν αξιώθηκε κάποιο πίνακα ή έστω ένα θαμπωμένο απ΄τα χρόνια καθρέφτη να φιλοξενήσει. Και καθώς κανείς τα φτηνά του δεν εκτίμησε υλικά, βρέθηκε κάποτε στα χέρια ενός ρακοσυλλέκτη που το πόνεσε και το περιέθαλψε. Και το ΄βαλε στην κορυφή της στοίβας των εγκαταλελειμμένων αντικειμένων που αγαπούσε περισσότερο. Μα έτυχε εκεί δίπλα, να θρονιάζεται και η φωτογραφία μιας πεντάμορφης κοπέλας. Και σαν την αντίκρισε, την ερωτεύτηκε. Όμως εκείνη παρέμεινε παγερά αδιάφορη. Μόνο κοιτούσε ένα φανταστικό φωτογραφικό φακό, την αντανάκλαση του εαυτού της να θαυμάσει. Κι ούτε μια ματιά της δε του χάρισε ποτέ, γιατί τα μάτια της ήταν γεμάτα θαυμασμό. Θαυμασμό για τη λάμψη της δικής της ύπαρξης.
Και πέρασαν τα χρόνια και κουράστηκε ο ρακοσυλλέκτης να περιπλανιέται. Οι δυνάμεις του εξαντλήθηκαν και δε μπορούσε πια τ΄ ανεπιθύμητα να περιθάλπει αντί-κείμενα. Κι΄ αποφάσισε ν΄ ασχοληθεί με όσα απ΄αυτά, στο φτωχικό του το δωμάτιο ήταν ήδη κείμενα. Και τα περιποιήθηκε, και τα φρόντισε.

Και πέρασαν κι΄ άλλα χρόνια και το κάδρο εξακολουθούσε να ναι ερωτευμένο με την αδιάφορη φωτογραφία. Και ο ρακοσυλλέκτης γινόταν κάθε μέρα πιο γέρος, πιο έμπειρος και πιο σοφός. Κι΄ ήρθε η μέρα που ένιωσε τα κείμενα στο χώρο του αντικείμενα, να ναι βάρος. Και κατάλαβε πως ήταν αντί-κείμενα στο ταξίδι που τώρα πια του έπρεπε.
Και έδιωχνε μία μία τις δεκάδες άγκυρες που κάποτε είχε με φροντίδα συλλέξει. Και πλούτιζαν οι συλλογές άλλων ρακοσυλλεκτών, και ταξίδευε η όψιμη σοφία του.

Κρίμα!”, ...  σκεφτόταν το κάδρο φοβούμενο πως σύντομα θα έχανε την αγαπημένη του.
Επιτέλους ελευθερώνεται ο χώρος. Έτσι θα μπορώ τον καθρέφτη του φακού μου να θαυμάσω, δίχως περιττές φιγούρες πλάι μου!”, ... σκεφτόταν η φωτογραφία.
Και πέρασαν στιγμές ζωής, κι ο ρακοσυλλέκτης, σεβάσμιος γέροντας πλέον, είχε απαλλαγεί από όλες σχεδόν τις άγκυρες των αντικειμένων της ύπαρξής του. Και ταξίδευε και έκλαιγε τον πόνο του κόσμου όλου...
Μόνο ένα μαγικό κάδρο και μια άκαρδη φωτογραφία είχαν ξεμείνει απ΄ τα δεσμά της ενσώματης ζωής του.  Μόνο αυτά κουβαλούσε στην πλάτη του...

Και ένα βράδυ, λίγο πριν χάσει εντελώς την όρασή του, λίγες στιγμές πριν αρχίσει με τα μάτια του νου του να βλέπει, σκέφτηκε να χαρίσει τη φωτογραφία στο κάδρο. Κι είδε με έκπληξη το κάδρο να συρρικνώνεται για ν΄ αγκαλιάσει τη φωτογραφία που ταίρι του την ήθελε για πάντα. Κι ήταν για πρώτη του φορά, το αντί-κείμενο κάδρο, ευτυχισμένο.
Μα η φωτογραφία δεν είχε την ίδια γνώμη. “Με φυλάκισε ο παλιόγερος σε μια φυλακή από φτηνό καυσόξυλο. Ο φωτογραφικός φακός που με καθρεφτίζει πρέπει τώρα να χωρέσει εκτός από μένα και ξένα σώματα. Ένα σωρό καυσόξυλα. Δείτε πως μίκρυνε το πρόσωπό μου για να μας χωρέσει όλους ο φακός!” .... διαμαρτυρόταν η φωτογραφία. Και καθόλου δεν την ένοιαζε που την άκουγε το κάδρο, καθόλου δεν την ένοιαζε η φωτιά που του έκαιγε τα σωθικά....

Κι ο σεβάσμιος ο γέροντας, ο ρακοσυλλέκτης που από χρόνια είχε πετάξει τις άγκυρες των αντί-κειμένων, δάκρυσε για τελευταία φορά. Έγινε ένα με το κάδρο κι΄ ένιωσε την πίκρα του κόσμου όλου. Έγινε ένα με τη φωτογραφία κι΄ ένιωσε την απουσία του κόσμου όλου. Και τα τελευταία αλμυρά του δάκρυα δρόσισαν το καιόμενο καυσόξυλο μέχρι που τα μάτια του άδειασαν. 
“Αχ και να μπορούσα να της χαρίσω μια καρδιά για να πονάει!”

Και το μαγικό το κάδρο την επιθυμία του γέροντα, πράξη έκανε με μιας. Και στην φωτογραφία χάρισε καρδιά. Την πρώτη που βρέθηκε μπροστά του. Κι ήταν μια μεγάλη ζεστή καρδιά, έτοιμη ν αγαπήσει και ν' αγαπηθεί.  Γιατί τέτοια ήταν η φύση του καυσόξυλου... τις επιθυμίες που ποτίζουν δάκρυα, πράξη να τις κάνει.

Κι΄ από τότε η φωτογραφία κλαίει. Κλαίει για όλους και σηκώνει αμαρτίες ξένες.

Κι΄ άδικα προσμένει το κάδρο μια νέα εντολή του σεβάσμιου του γέροντα, την αγαπημένη του για να λυτρώσει. Ο γέροντας έχει από χρόνια πεθάνει. Μόνο η καρδιά του ζει ακόμα. Κι΄ είναι μέσα σε μια φωτογραφία που την περιβάλει ένα μαγικό κάδρο. Κι΄ είναι μέσα στο κάδρο που έγινε ένα με τη φωτογραφία. 
Κι΄ είναι όλα ένας σωρός καυσόξυλα. 
Ετερόμορφα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χωρίς αιδώ, ρίχτο εδώ!
(... το σχόλιο, τί άλλο;)